ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

Στοιχεία Ποινικού ΙΙ

Στέλεχος Ασφάλειας Προσώπων και Υποδομών

Γ΄ εξάμηνο – Τμήμα Γ1 – (εξάμηνο 2014 β)

Εκπαιδευτής: Κίμων Αλεξόπουλος

Παρατήρηση. Για την κατάστρωση της ύλης ακολουθήθηκε ο «Οδηγός κατάρτισης ειδικότητας» και όχι η σειρά αρίθμησης των άρθρων του Ποινικού Κώδικα.

–/–

Συντομογραφίες

ΑΠ = Άρειος Πάγος

ΑΚ = Αστικός Κώδικας

εδ. = εδάφιο

ΕισΑΠ = Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Κλπ = και λοιπά

ΚΠΔ ή ΚΠοινΔ = Κώδικας Ποινικής Δικονομίας

Ν, ν = Νόμος

Παρ. = παράγραφος

Π.Κ. = Ποινικός Κώδικας

Ποιν.Χρ. = Ποινικά Χρονικά (Νομικό περιοδικό Ποιν. δικαίου)

Π.χ. = Παραδείγματος χάριν

ΦΕΚ = Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως

Αθήνα Οκτώβριος 2014

1. ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΕΙΔΙΚΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

1.1. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

1.1.1. Ανθρωποκτονία με πρόθεση (Άρθρο 299 Π.Κ.)

«1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με την ποινή του θανάτου ή με ισόβια κάθειρξη. (Η θανατική ποινή έχει ήδη καταργηθεί με την παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 2172/1993 (ΦΕΚ Α΄ 207/26.12.1993).

2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης.»

Σχόλια. Ανθρωποκτονία είναι η καταστροφή της ζωής άλλου ανθρώπου με ανθρώπινη ενέργεια ή παράλειψη.

Γενικά η ανθρωποκτονία εμφανίζεται με τις εξής μορφές:

– Ως ανθρωποκτονία με πρόθεση.

– Ως ανθρωποκτονία υπό τη μορφή ιδιώνυμων εγκλημάτων, δηλαδή: «ανθρωποκτονία με συναίνεση», «συμμετοχή σε ανθρωποκτονία», «παιδοκτονία» και «τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης χωρίς τη συναίνεση της εγκύου» και

– Ως ανθρωποκτονία από αμέλεια.

Αντικείμενο της ανθρωποκτονίας είναι ο ζωντανός άνθρωπος. Επομένως, η καταστροφή του ζωντανού εμβρύου στην κοιλιά της μητέρας του δεν αποτελεί ανθρωποκτονία αλλά «τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης χωρίς τη συναίνεση της εγκύου» (παλαιότερα «άμβλωση»), έγκλημα που τιμωρείται με κάθειρξη (άρθρο 304 Π.Κ.). Ο διαχωρισμός της εμβρυακής από την ανθρώπινη ζωή αρχίζει, κατά την ορθότερη γνώμη, από την έξοδο, έστω και μέρους του σώματος του εμβρύου από τη μητρική κοιλιά, αρκεί να γεννήθηκε ζωντανό και δεν απαιτείται να είναι βιώσιμο.

Ο θανατωθείς πρέπει να είναι άλλος άνθρωπος. Επομένως η αυτοκτονία δεν είναι αξιόποινη πράξη, εκτός αν πρόκειται περί «συμμετοχής σε αυτοκτονία» (βλ. άρθρο 301 Π.Κ.).

Η καταστροφή της ζωής άλλου ανθρώπου πρέπει να πραγματοποιηθεί με ενέργεια ή παράλειψη του δράστη. Με τηνενέργεια εννοούμε κάθε κάκωση του σώματος (π.χ. με μαχαίρι, δηλητήριο, πνιγμό, σπρώξιμο σε γκρεμό κλπ) ενώ με τηνπαράλειψη εννοούμε την αποχή από ορισμένη οφειλόμενη ενέργεια (π.χ. η μητέρα δεν δίνει τροφή στο τέκνο της το οποίο γι’ αυτό πεθαίνει).

1.1.2. Ανθρωποκτονία με συναίνεση (Άρθρο 300 Π.Κ.)

«Όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος και από οίκτο γι’ αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια τιμωρείται με φυλάκιση.»

1.1.3.Συμμετοχή σε αυτοκτονία (Άρθρο 301 Π.Κ.)

«Όποιος με πρόθεση κατέπεισε άλλον να αυτοκτονήσει, αν τελέστηκε η αυτοκτονία ή έγινε απόπειρά της, καθώς και όποιος έδωσε βοήθεια κατ’ αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση.»

1.1.4. Ανθρωποκτονία από αμέλεια (Άρθρο 302 Π.Κ.)

«1. Όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

2. Αν το θύμα της πράξης η οποία αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο είναι οικείος του υπαιτίου, το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον υπαίτιο από κάθε ποινή, αν πεισθεί ότι λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από τις συνέπειες της πράξης του δε χρειάζεται να υποβληθεί σε ποινή.»

1.1.5. Παιδοκτονία (Άρθρο 303 Π.Κ.)

«Μητέρα που με πρόθεση σκότωσε το παιδί της κατά τον τοκετό ή μετά τον τοκετό, αλλά ενώ εξακολουθούσε ακόμη διατάραξη του οργανισμού της από τον τοκετό, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.»

1.1.6. Τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης (Άρθρο 304 Π.Κ.)

«1. Όποιος χωρίς τη συναίνεση της εγκύου διακόπτει την εγκυμοσύνη της τιμωρείται με κάθειρξη.

2α. Όποιος με τη συναίνεση της εγκύου διακόπτει ανεπίτρεπτα την εγκυμοσύνη της ή προμηθεύει σ’ αυτή μέσα για τη διακοπή της τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και αν ενεργεί κατά συνήθεια τις πράξεις αυτές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

β. Αν από την πράξη της προηγούμενης διάταξης προκληθεί βαρεία πάθηση του σώματος ή της διάνοιας της εγκύου, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και αν προκλήθηκε ο θάνατός της επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα έτη.

3. Έγκυος που διακόπτει ανεπίτρεπτα την εγκυμοσύνη της ή επιτρέπει σε άλλον να την διακόψει τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος.

4. Δεν είναι άδικη πράξη η τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης που ενεργείται με τη συναίνεση της εγκύου από γιατρό μαιευτήρα – γυναικολόγο με τη συμμετοχή αναισθησιολόγου, σε οργανωμένη νοσηλευτική μονάδα, αν συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Δεν έχουν συμπληρωθεί δώδεκα εβδομάδες εγκυμοσύνης.

β) Έχουν διαπιστωθεί, με τα σύγχρονα μέσα προγεννητικής διάγνωσης, ενδείξεις σοβαρής ανωμαλίας του εμβρύου που επάγονται τη γέννηση παθολογικού νεογνού και η εγκυμοσύνη δεν έχει διάρκεια περισσότερο από είκοσι τέσσερις εβδομάδες.

γ) Υπάρχει αναπότρεπτος κίνδυνος για τη ζωή της εγκύου ή κίνδυνος σοβαρής και διαρκούς βλάβης της σωματικής ή ψυχικής υγείας της. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται σχετική βεβαίωση και του κατά περίπτωση αρμόδιου γιατρού.

δ) Η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα βιασμού, αποπλάνησης ανήλικης, αιμομιξίας ή κατάχρησης γυναίκας ανίκανης να αντισταθεί και εφόσον δεν έχουν συμπληρωθεί δεκαεννέα εβδομάδες εγκυμοσύνης.

5. Αν η έγκυος είναι ανήλικη, απαιτείται και η συναίνεση ενός από τους γονείς ή αυτού που έχει την επιμέλεια του προσώπου της ανήλικης.»

1.1.7. Σωματική βλάβη εμβρύου ή νεογνού (Άρθρο 304Α Π.Κ.)

«Όποιος επενεργεί παράνομα στην έγκυο με αποτέλεσμα να προκληθεί βαριά βλάβη στο έμβρυο ή να εμφανίσει το νεογνό βαριά πάθηση του σώματος ή της διάνοιας τιμωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 310.»

1.1.8. Διαφήμιση μέσων τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης (Άρθρο 305 Π.Κ.)

«1. Όποιος δημόσια ή με την κυκλοφορία εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων αναγγέλλει ή διαφημίζει, έστω και συγκαλυμμένα, φάρμακα ή άλλα αντικείμενα ή τρόπους ως κατάλληλους να προκαλέσουν τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης ή προσφέρει με τον ίδιο τρόπο υπηρεσίες δικές του ή άλλου για την εκτέλεση ή την υποβοήθηση διακοπής της εγκυμοσύνης τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο έτη.

2. Δεν είναι άδικη πράξη η ενημέρωση ή η υγειονομική διαφώτιση σχετικά με την τεχνητή διακοπή της εγκυμοσύνης που γίνεται από τα κέντρα οικογενειακού προγραμματισμού, καθώς και η ενημέρωση γιατρών ή προσώπων που νόμιμα διακινούν μέσα τεχνητής διακοπής της εγκυμοσύνης και οι σχετικές δημοσιεύσεις σε ειδικά ιατρικά ή φαρμακευτικά περιοδικά.»

1.1.9. Έκθεση (Άρθρο 306 Π.Κ.)

«1. Όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει, ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

2. Αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα: α) βαριά βλάβη στην υγεία του, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, β) το θάνατό του, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον έξι ετών.»

Σχόλια. Υποκείμενο (δράστης) της έκθεσης μπορεί να είναι:

α) Όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, π.χ. ο Α απομακρύνει το ξένο νήπιο από την οικία στην οποία του παρείχετο βοήθεια σε άλλο τόπο και συγχρόνως το εγκαταλείπει αβοήθητο. Δηλαδή, υποκείμενο μπορεί να είναι καθένας, χωρίς να έχει κάποια σχέση με τον εκτιθέμενο.

β) Όποιος από δόλο αφήνει αβοήθητο πρόσωπο, που βρίσκεται υπό την προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει (π.χ. γονέας που έχει την επιμέλεια του τέκνου, οδηγός σχολικού λεωφορείου που το μεταφέρει κλπ.),

γ) Όποιος από πρόθεση αφήνει αβοήθητο το πρόσωπο που υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) τραυμάτισε (π.χ. οδηγός αυτοκινήτου που άφησε αβοήθητο τον τραυματισθέντα απ’ αυτόν ύστερα από σύγκρουση).

Αντικείμενο του αδικήματος μπορεί να είναι, στην μεν πρώτη περίπτωση κάθε αβοήθητο πρόσωπο λόγω π.χ. νεαρής ηλικίας, νόσου, αναπηρίας, τυφλότητας, κλπ. ενώ στη δεύτερη και τρίτη περίπτωση κάθε πρόσωπο που βρίσκεται υπό την προστασία του δράστη λόγω σχετικής υποχρέωσης από το νόμο ή από σύμβαση (π.χ. γονέας, επίτροπος, επιμελητής ανηλίκου, οδηγός σχολικού λεωφορείου ή νοσοκομειακού οχήματος κλπ.

Ερώτηση Πιστοποίησης Β84: Τι καλείται «έκθεση» κατά τον Ποινικό Κώδικα;

Απάντηση: Η έκθεση είναι ένα έγκλημα διακινδύνευσης της ζωής ή της υγείας σύμφωνα με το οποίο ο δράστης:

– είτε εκθέτει (=αφήνει ένα πρόσωπο εκτεθειμένο) με τρόπο που το πρόσωπο αυτό να γίνεται αβοήθητο,

– είτε αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει, ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια.

Ειδικότερα, το έγκλημα της «έκθεσης» διακρίνεται σε δυο είδη:

α) Στην υπό στενή έννοια έκθεση, κατά την οποία ο δράστης με μια θετική του ενέργεια αφήνει ένα πρόσωπο αβοήθητο, ενώ αυτό δεν βρισκόταν προηγουμένως σ’ αυτή την αβοήθητη κατάσταση, π.χ. απομακρύνει το νήπιο από την οικία όπου του παρείχετο βοήθεια σ’ ένα άλλο τόπο και συγχρόνως το εγκαταλείπει αβοήθητο.

β) Στην εγκατάλειψη, κατά την οποία ο δράστης αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει ήδη στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει, ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, όπως π.χ. όταν απομακρύνει τον ανάπηρο ασθενή από το χώρο που νοσηλευόταν με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ζωή του ή όταν εγκαταλείπει αβοήθητο το πρόσωπο που ο ίδιος τραυμάτισε με το αυτοκίνητό του σε τροχαίο ατύχημα.

1.1.10. Παράλειψη λύτρωσης από κίνδυνο ζωής (Άρθρο 307 Π.Κ.)

«Όποιος με πρόθεση παραλείπει να σώσει άλλον από κίνδυνο ζωής αν και μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο της δικής του ζωής ή υγείας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους.»

1.1.11. Απλή σωματική βλάβη (Άρθρο 308 Π.Κ.)

«1. Όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι όλως ελαφρά τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

2. Η σωματική βλάβη της παρ. 1 δεν είναι άδικη, όταν επιχειρείται με τη συναίνεση του παθόντος και δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη.

3. Ο υπαίτιος της πράξης της παρ. 1 είναι δυνατό να απαλλαγεί από κάθε ποινή αν παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση.»

Σχόλια. Απλή είναι η σωματική βλάβη όταν η εκ δόλου προξενούμενη σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του δεν γίνεται υπό τις ειδικές συνθήκες που απαιτούνται στην επικίνδυνη, βαριά και θανατηφόρο βλάβη.

Με τον όρο «σωματική κάκωση» εννοούμε την εξωτερική προσβολή του σώματος (π.χ. τραυματισμός με χτύπημα) ενώ με τη «βλάβη της υγείας» εννοούμε την εσωτερική κάκωση (π.χ. ρήξη σπλήνας, μετάδοση αφροδίσιου νοσήματος).

Η σωματική βλάβη διαβαθμίζεται προς τα κάτω σε ελαφράόλως ελαφράκαι ασήμαντη. Ειδικότερα:

Ελαφρά είναι η σωματική βλάβη όταν οι συνέπειές της είναι ασήμαντες και η εγκληματική βούληση του δράστη εμφανίζεται ως μηδαμινή (ΑΠ. 49/72 ΠΧρ. ΚΒ΄361)

– Όλως ελαφρά είναι η σωματική βλάβη όταν δεν συγκεντρώνει ούτε τα στοιχεία της απλής ελαφράς ούτε της ασήμαντης, ήτοι η μικρής σημασίας κάκωση ή βλάβη της υγείας, όπως π.χ. το ελαφρύ ράπισμα (ΑΠ. 87/81 ΠΧρ.ΛΑ΄466). Ο δράστης απλής σωματικής βλάβης, που είναι όλως ελαφρά, δηλαδή οι συνέπειές της είναι όλως επιπόλαιες (π.χ. είχε διάρκεια μια ημέρα) τιμωρείται ηπιότερα, δηλαδή με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

– Ασήμαντη είναι η σωματική βλάβη που δεν προκαλεί καμία ή εντελώς επουσιώδη κάκωση ή βλάβη της υγείας, όπως π.χ. η απλή απώθηση, το τράβηγμα του αφτιού ή το απλό κτύπημα.

Η απλή σωματική βλάβη δεν τιμωρείται όταν επιχειρείται με τη συναίνεση (ρητή ή σιωπηρή) του παθόντος και δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη (π.χ. άνοιγμα τρύπας στα αφτιά για σκουλαρίκι, τρύπημα με σύριγγα για αιμοδοσία).

Η απλή σωματική βλάβη μένει ατιμώρητη αν ο δράστης παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση (π.χ. ο Α τραυματίζει τον Β διότι προσέβαλε ενώπιόν του με απρεπείς φράσεις τη μητέρα του ή την αδελφή του κλπ).

Ερώτηση Πιστοποίησης Β30: Ποια είδη σωματικής βλάβης γνωρίζετε

Απάντηση: Ο Π.Κ. διακρίνει τα εξής είδη σωματικής βλάβης:

– Απλή σωματική βλάβη από πρόθεση (άρθρο 308) που διαβαθμίζεται προς τα κάτω σε ελαφράόλως ελαφρά και ασήμαντη.

– Απρόκλητη σωματική βλάβη από πρόθεση (άρθρο 308 Α).

– Επικίνδυνη σωματική βλάβη (άρθρο 309).

– Βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310).

– Θανατηφόρα βλάβη (άρθρο 311).

– Σωματική βλάβη ανηλίκων (άρθρο 312).

– Σωματική βλάβη από αμέλεια (άρθρο 314) που επίσης διαβαθμίζεται προς τα κάτω σε ελαφράόλως ελαφρά και ασήμαντη.

– Τις επιβαρυντικές περιπτώσεις, που είναι οι βλάβες κατά αστυνομικού οργάνου (άρθρο 315Α).

1.1.12. Απρόκλητη σωματική βλάβη (Άρθρο 308Α Π.Κ.)

«1. Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών τιμωρείται η απλή σωματική βλάβη (άρθρο 308 παρ. 1, εδ. α) αν έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα.

2. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έχει το χαρακτήρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης (άρθρο 309) ή αν σ’ αυτήν συμμετείχαν δύο ή περισσότεροι, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

3. Ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και ο υπαίτιος της πράξεως της παραγράφου 2 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εάν ενήργησαν με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους.»

1.1.13. Επικίνδυνη σωματική βλάβη (Άρθρο 309 Π.Κ.)

«Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών».

1.1.14. Βαριά σωματική βλάβη (Άρθρο 310 Π.Κ.)

«1. Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Ο υπαίτιος της πράξεως του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών, αν ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.

2. Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του.

3. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.»

Σχόλια. Βαριά σωματική βλάβη είναι αυτή που έχει αποτέλεσμα τη βαριά πάθηση του σώματος ή της διάνοιας του παθόντος, όπως π.χ. όταν ο παθών περιήλθε σε κίνδυνο ζωής ή έπεσε σε βαριά και μακρόχρονη νόσο (π.χ. φρενοβλάβεια, παράλυση) ή ακρωτηριάστηκε σοβαρά (π.χ. ακρωτηριασμός χεριού ή ποδιού, δαχτύλων, αφτιών κλπ.) ή με άλλο τρόπο παρεμποδίσθηκε στη μακρόχρονη και σοβαρή χρήση του σώματος (π.χ. στέρηση γλώσσας, ακοής, οφθαλμών) ή της διάνοιάς του (π.χ. πάθηση του εγκεφάλου που επιφέρει διατάραξη των ψυχικών λειτουργιών του παθόντος).

Εάν ο δράστης αποσκοπούσε με την πράξη του στην επέλευση της βαριάς σωματικής βλάβης, δηλαδή επεδίωκε την παραγωγή αυτού του αποτελέσματος, τιμωρείται αυστηρότερα, ήτοι με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Επομένως, αν ο δράστης ενεργεί με ενδεχόμενο δόλο, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη περί επιβολής αυτής της αυστηρότερης ποινής (ορθότερη άποψη Εισ. ΑΠ. ΠΧρ. ΛΕ΄151, βλ. και Αθ. Κονταξής Ποινικός Κώδικας έκδοση 1987 τόμ. Β΄ Σελ.1534-1535).

Ερώτηση Πιστοποίησης Β90. Ποια είναι η διαφορά απλής από βαριά σωματική βλάβηΠως τιμωρούνται αυτές;

Απάντηση: Η απλή σωματική βλάβη έχει αποτέλεσμα την απλή σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του παθόντος, διώκεται κατ’ έγκληση και τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών (ή με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ αν είναι όλως ελαφρά).

Η βαριά σωματική βλάβη έχει αποτέλεσμα τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, διώκεται αυτεπαγγέλτως και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ενώ αν ο δράστης ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών. Εξάλλου, αν ο δράστης επιδίωκε το αποτέλεσμα (της βαριάς σωματικής βλάβης) που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

1.1.15. Θανατηφόρα βλάβη (Άρθρο 311 Π.Κ.)

«Αν η σωματική βλάβη είχε επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε τη βαριά σωματική βλάβη του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη».

Σχόλια. Είναι κακούργημα και θεωρείται έγκλημα εκ του αποτελέσματος. Ένοχος θανατηφόρας σωματικής βλάβης είναι αυτός που αποσκοπούσε σε σωματική βλάβη (δηλ. είχε δόλο, έστω και ενδεχόμενο) από την οποία επήλθε, όμως, ο θάνατος του παθόντος, εφόσον το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη (ΑΠ 842/77, ΑΠ 719/71 Ποιν. Χρ. ΚΒ΄ 285, βλ. και Κονταξής ο.π. σελ. 1535).

1.1.16. Σωματική βλάβη ανηλίκων κλπ. (Άρθρο 312 Π.Κ.)

«Αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών: α) όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξενεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο έβδομο έτος της ηλικίας του ή που δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέλεια ή στην προστασία του ή ανήκει στο σπίτι του δράστη ή έχει μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή που του το έχει αφήσει στην εξουσία του ο υπόχρεος για την επιμέλειά του, β) όποιος με κακόβουλη παραμέληση των υποχρεώσεών του προς τα προαναφερόμενα πρόσωπα γίνεται αιτία να πάθουν σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας τους.»

Σχόλια. Το παρόν έγκλημα δεν συνιστά διακεκριμένη περίπτωση σωματικής βλάβης αλλά είναι ιδιώνυμο έγκλημα, που έχει αυθυπαρξία και είναι ειδικό έναντι του βασικού εγκλήματος που προβλέπεται στο άρθρο 308 ΠΚ (απλή σωματική βλάβη), που είναι το βασικό έγκλημα.

1.1.17. Συμπλοκή (Άρθρο 313 Π.Κ.)

«Αν εξαιτίας συμπλοκής ή επίθεσης που έγινε από πολλούς επήλθε θάνατος ή βαριά σωματική βλάβη ανθρώπων (άρθρο 310), καθένας από εκείνους που πήραν μέρος στη συμπλοκή ή στην επίθεση τιμωρείται για μόνη τη συμμετοχή του σ’ αυτήν με φυλάκιση μέχρι τριών ετών εκτός αν συμπλέχθηκε χωρίς υπαιτιότητά του.»

1.1.18. Σωματική βλάβη από αμέλεια (Άρθρο 314 Π.Κ.)

«1. Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η σωματική βλάβη που προκλήθηκε είναι όλως ελαφρά, τιμωρείται με κράτηση έως τρεις (3) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

2. Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 302 εφαρμόζεται αναλόγως και στην πράξη της προηγούμενης παραγράφου. Στην περίπτωση αυτήν για την ποινική δίωξη απαιτείται πάντοτε έγκληση και δεν εφαρμόζεται το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του επόμενου άρθρου.»

Σχόλια. Σωματική βλάβη από αμέλεια είναι το αδίκημα κατά το οποίο ο δράστης προκαλεί από αμέλειά του σωματική κάκωση άλλου ή βλάβη της υγείας του.

Γενικότερα η σωματική βλάβη από αμέλεια διαβαθμίζεται σε:

– ουσιώδη, που περιλαμβάνει τη βαριά και την ελαφρά σωματική βλάβη

– όλως ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης έχει επιπόλαιες συνέπειες και

– ασήμαντη, η οποία είναι εντελώς ήπια (ΑΠ. 497/85 Π.Χρ. ΛΕ΄805)

Στη σωματική βλάβη από αμέλεια εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 302. Δηλαδή, αν το θύμα της είναι οικείος του υπαιτίου, το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον υπαίτιο από κάθε ποινή, αν πεισθεί ότι λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από τις συνέπειες της πράξης του δε χρειάζεται να υποβληθεί σε ποινή.

Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση, εκτός αν ο υπαίτιος της πράξης ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή (βλ. άρθρο 315 Π.Κ.).

Στην περίπτωση σωματικής βλάβης από αμέλεια κατά την οδήγηση οχήματος που δεν εξυπηρετεί τη βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων (δηλ. η οδήγηση γίνεται από μη επαγγελματία οδηγό), η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως και μόνο στην περίπτωση δήλωσης του παθόντα ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη τότε, αν η δήλωση έγινε πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης, ο Εισαγγελέας με διάταξή του απέχει από αυτή, ενώ αν η δήλωση έγινε μετά την άσκηση της δίωξης, το δικαστήριο παύει αυτή οριστικά.

1.1.19. Έγκληση (Άρθρο 315 Π.Κ.)

«1. Στις περιπτώσεις των άρθρων 308 και 314 η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Δεν απαιτείται έγκληση αν ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Η οδήγηση οχήματος εμπίπτει στο προηγούμενο εδάφιο όταν εξυπηρετεί τη βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων. Στην περίπτωση του άρθρου 314, αν η πράξη τελέστηκε κατά την οδήγηση οχήματος και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου του παρόντος, η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξη του απέχει από την ποινική δίωξη αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση υποβληθεί μετά την άσκηση ποινική δίωξης, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν.

2. Αν στην περίπτωση του άρθρου 308 ο παθών είναι δημόσιος υπάλληλος και η πράξη τελέστηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή για λόγους σχετικούς με την εκτέλεσή της, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.»

Σχόλια. Για τη δίωξη του δράστη σωματικής βλάβης δεν απαιτείται έγκληση αν αυτός ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Ως υπηρεσία ή επάγγελμα νοούνται οι ενασχολήσεις που εμφανίζουν από τη φύση τους μεγαλύτερο κίνδυνο για τη σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας των άλλων ανθρώπων και απαιτούν ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή για την αποφυγή τους, π.χ. γιατρού, νοσοκόμου, μαίας, φαρμακοποιού, ιδιώτη μηχανικού, αρχιτέκτονα, εργολάβου, οικοδόμου, οδηγού αυτοκινήτου ή άλλου συγκοινωνιακού μέσου, αστυνομικός για σωματική βλάβη που προξένησε με το όπλο του, Ηλεκτρολόγος, Μηχανικός συνεργείου αυτοκινήτων κλπ.

– Ερώτηση Πιστοποίησης Β31Πως ασκείται η ποινική δίωξη στην απλή σωματική βλάβη και στη σωματική βλάβη από αμέλεια;

Απάντηση. Στις περιπτώσεις των άρθρων 308 (απλή σωματική βλάβη) και 314 (σωματική βλάβη από αμέλεια) η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση.

Δεν απαιτείται έγκληση (οπότε η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως) αν ο υπαίτιος της σωματικής βλάβης από αμέλεια (δηλαδή της πράξης του άρθρου 314 ΠΚ) ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Στην περίπτωση αυτή εμπίπτει η οδήγηση οχήματος όταν εξυπηρετεί τη βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων (π.χ. οδήγηση από επαγγελματία οδηγό μεταφορέα προσώπων ή πραγμάτων).

Στην απλή σωματική βλάβη, αν η πράξη τελέστηκε κατά την οδήγηση οχήματος και δεν πρόκειται για την περίπτωση που ο οδηγός λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή, η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξη του απέχει από την ποινική δίωξη αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση υποβληθεί μετά την άσκηση ποινική δίωξης, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν.

Αν στην περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης (άρθρο 308 ΠΚ) ο παθών είναι δημόσιος υπάλληλος και η πράξη τελέστηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή για λόγους σχετικούς με την εκτέλεσή της, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.

1.1.20. Επιβαρυντικές περιπτώσεις, βλάβες κατά αστυνομικού οργάνου (Άρθρο 315Α Π.Κ.)

«Η τέλεση των εγκλημάτων των άρθρων 308A έως 311 εναντίον αστυνομικού, λιμενικού, πυροσβεστικού και υγειονομικού υπαλλήλου κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του συνιστά ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση.»

**/**

1.2. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

1.2.1. Κλοπή (άρθρο 372)

«1. Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

2. Κινητό πράγμα θεωρείται κατά τον Κώδικα και η ενέργεια του ηλεκτρισμού, του ατμού και κάθε άλλη ενέργεια.

3. Η διάταξη του άρθρου 72 σχετικά με την παραπομπή του υπαιτίου σε κατάστημα εργασίας εφαρμόζεται και εδώ».

Σχόλια: Ορισμός. Κλοπή είναι η αφαίρεση (ολική ή μερική) ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του.

Αντικείμενο της κλοπής μπορεί να είναι κάθε κινητό ενσώματο πράγμα, δηλαδή αντικείμενο που μπορεί να υποβληθεί υπό την εξουσία ή κυριότητα κάποιου προσώπου. Επομένως δεν μπορεί να είναι αντικείμενο κλοπής ο άνθρωπος ούτε η κατάληψη ακινήτων που έγινε με

σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους.

Ειδικότερα, το πράγμα πρέπει να είναι:

Κινητό, δηλαδή ο,τιδήποτε ο κλέφτης μπορεί να αποσπάσει από τη θέση του και να το πάρει μαζί του, αδιάφορα αν χαρακτηρίζεται κατά το αστικό δίκαιο ως ακίνητο (π.χ. οι σπόροι κατά τη σπορά, τα φυτά κατά τη φύτευση, τα παραθυρόφυλλα, οι αποχωρισμένοι καρποί κλπ. Η «απαίτηση» μπορεί να είναι αντικείμενο κλοπής μόνο αν είναι ενσωματωμένη σε έγγραφο (π.χ. εισιτήριο θεάτρου, λαχείο), ενώ δεκτικά κλοπής μπορεί να είναι και έργα του ανθρώπινου πνεύματος (π.χ. έγγραφα, βιβλία).

Ενσώματο, δηλαδή να έχει υλική υπόσταση (στερεό, υγρό ή αέριο), ενώ η ενέργεια του ηλεκτρισμού, του ατμού, και κάθε άλλη ενέργεια (π.χ. αιολική, πυρηνική κλπ) θεωρούνται ως κινητά και, επομένως, μπορούν να είναι αντικείμενο κλοπής

Ξένο εν όλω ή εν μέρει. Το αντικείμενο της κλοπής μπορεί να είναι πράγμα ξένο είτε εν όλω είτε εν μέρει, οπότε δεν υπάρχει κλοπή όταν κάποιος αφαιρεί πράγμα δικό του που από πλάνη νομίζει ότι είναι ξένο, ούτε όταν κάποιος αφαιρεί αδέσποτο πράγμα (π.χ. ψάρια από τη θάλασσα, άγρια ζώα που είναι ελεύθερα κλπ). Τα απολωλότα (χαμένα) όμως δεν είναι αδέσποτα διότι μπορεί να ζητηθούν από τον κάτοχο ή τον κύριό τους (π.χ. σκύλος που διέφυγε από τον κύριό του). Δεν ενδιαφέρει για την πραγμάτωση της κλοπής αν ο ιδιοκτήτης του πράγματος είναι γνωστός ή όχι, αν κατονομάζεται ή αν διαφέρει ο κύριος από τον κάτοχο του πράγματος. Ένοχος κλοπής είναι και αυτός που αφαιρεί εν μέρει ξένο κινητό πράγμα (π.χ. ο συγκύριος, συγκληρονόμος, συνεταίρος), όταν αυτό βρίσκεται στην κατοχή τρίτου προσώπου, ενώ όταν βρίσκεται στην κατοχή του υπαιτίου, τότε αυτό μπορεί να υπεξαιρεθεί.

Σκοπός της αφαίρεσης να είναι η παράνομη ιδιοποίηση. Η αφαίρεση πρέπει να γίνει με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του είτε με τα ίδια τα χέρια του δράστη είτε με τη χρησιμοποίηση άλλου προσώπου ή ζώου (π.χ. περιπλανώμενο πρόσωπο, σκύλος κλπ). Ιδιοποίηση δεν σημαίνει κυριότητα, διότι με την κλοπή δεν αποκτάται η κυριότητα, αλλά η απόλυτη και πραγματική εξουσίαση του πράγματος, παρόμοια με αυτή του κυρίου. Η ιδιοποίηση είναι παράνομη όταν αντιτίθεται στου κανόνες δικαίου περί κτήσεως της κυριότητας, ενώ όταν είναι νόμιμη θα έχουμε πιθανώς άλλο αδίκημα (π.χ. αυτοδικία). Αν, αντίθετα, δεν υπάρχει σκοπός παράνομης ιδιοποίησης αλλά σκοπός καταστροφής, δεν υπάρχει κλοπή αλλά φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Αν η αφαίρεση έγινε με τη συναίνεση του κυρίου ή κατόχου του πράγματος δεν υπάρχει κλοπή διότι τότε δεν υπάρχει «αφαίρεση» αλλά παράδοση του πράγματος.

Δεν απαιτείται πρόθεση περιουσιακής ωφέλειας του δράστη, οπότε και η αφαίρεση που έχει σκοπό τη δωρεά σε τρίτους είναι κλοπή.

Εάν η αφαίρεση του πράγματος έγινε με χρήση σωματικής βίας κατά του κατόχου αυτού, τότε δεν υπάρχει κλοπή αλλά ληστεία.

Η κλοπή τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, ενώ μπορεί επιπλέον να παραπεμφθεί και σε επανορθωτικό κατάστημα εργασίας, αν η πράξη του μπορεί να αποδοθεί σε φυγοπονία ή στη ροπή του για άτακτη ζωή (βλ. λεπτομέρειες άρθρο 72 ΠΚ).

Στην κλοπή εφαρμόζεται και το άρθρο 384 Π.Κ. που προβλέπει λόγους εξάλειψης του αξιοποίνου, απαλλαγής του δράστη, παύσης της ποινικής δίωξης κλπ.

Ερώτηση Πιστοποίησης Β34. Τι καλείται «κλοπή» κατά τον Ποινικό Κώδικα;

Απάντηση. Κλοπή είναι η αφαίρεση (ολική ή μερική) ξένου κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του.

1.2.2. Νεκροσυλία με τυμβωρυχία (Άρθρο 373)

«Ως υπαίτιος κλοπής τιμωρείται και όποιος νεκροσυλήσει με τυμβωρυχία, σκοπεύοντας να αποκτήσει παράνομα ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακή ωφέλεια».

Σχόλια: Νεκροσυλία είναι η κλοπή αντικειμένων που ανήκουν σε νεκρό, ενώ τυμβωρυχία είναι η διάνοιξη τάφου με σκοπό τη νεκροσυλία. Επομένως το έγκλημα αυτό υπάρχει όταν κάποιος διαπράξει νεκροσυλία με τυμβωρυχία, ενώ για πράγματα που βρίσκονται στο φέρετρο (π.χ. κοσμήματα, ενδύματα) και αφαιρεθούν πριν ο νεκρός αποτεθεί στον τάφο, τότε υπάρχει κλοπή. Δεν αποκλείεται η νεκροσυλία να τελείται (να συρρέει) μαζί με το αδίκημα της περιύβρισης νεκρών.

Και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 384 Π.Κ. που προβλέπει λόγους εξάλειψης του αξιοποίνου, απαλλαγής του δράστη, παύσης της ποινικής δίωξης κλπ.

1.2.3. Διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής (άρθρο 374)

«Η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:

α) αν από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία αφαιρέθηκε πράγμα αφιερωμένο σ’ αυτή,

β) αν αφαιρέθηκε πράγμα επιστημονικής, καλλιτεχνικής, αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρισκόταν σε συλλογή εκτιθέμενη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο,

γ) αν αφαιρέθηκε πράγμα που μεταφερόταν με οποιοδήποτε δημόσιο συγκοινωνιακό μέσο ή ήταν τοποθετημένο σε χώρο προορισμένο για εναπόθεση πραγμάτων προς μεταφορά ή παραλαβή ή μεταφερόταν από ταξιδιώτη,

δ) αν η κλοπή τα τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες,

ε) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια «ή αν η συνολική αξία των αντικειμένων της κλοπής υπερβαίνει το ποσό των «εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ΕΥΡΩ.

Σχόλια. Όλες οι παραπάνω περιπτώσεις διακεκριμένης κλοπής είναι κακουργηματικές και τιμωρούνται με κάθειρξη πέντε (5) μέχρι δέκα (10) ετών.

Η «κατ’ επάγγελμα» διάπραξη κλοπών δεν προκύπτει απαραίτητα από το ότι ο δράστης έχει τελέσει πολλές κλοπές (δηλ. είναι υπότροπος) αλλά και από την επιμελημένη προετοιμασία που έχει κάνει για να διαπράξει κλοπές στο μέλλον. Με τον όρο «κατά συνήθεια» εννοούμε ότι ο δράστης έχει διαπράξει επανειλημμένως κλοπές ή ληστείες και του έχει δημιουργηθεί ροπή για τέλεση εγκλημάτων.

Και στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής εφαρμόζεται το άρθρο 384 Π.Κ. που προβλέπει λόγους εξάλειψης του αξιοποίνου, απαλλαγής του δράστη, παύσης της ποινικής δίωξης κλπ.

1.2.4. Κλοπή χρήσης (άρθρο 374Α)

«1. Όποιος αφαιρεί από την κατοχή άλλο ξένο μηχανοκίνητο μεταφορικό μέσο με αποκλειστικό σκοπό να το χρησιμοποιήσει για πολύ μικρό χρονικό διάστημα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

2. Η ποινική δίωξη γίνεται μόνο ύστερα από έγκληση.

3. Η διάταξη του άρθρου 384 εφαρμόζεται και για το έγκλημα της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, μαζί όμως με την απόδοση του πράγματος απαιτείται σε κάθε περίπτωση και η ολοκληρωτική ικανοποίηση του ζημιωθέντος».

Σχόλια. Πρόκειται για το ιδιώνυμο έγκλημα της κλοπής χρήσης μεταφορικού μέσου (π.χ. αυτοκίνητο, ποδήλατο, μοτοσικλέτα, άμαξα κλπ), που πρέπει να είναι ξένο (εν όλω) και να βρίσκεται στην κατοχή άλλου κατά το χρόνο της αφαίρεσης.

Η αφαίρεση του μεταφορικού μέσου πρέπει να γίνεται με αποκλειστικό σκοπό του δράστη να το χρησιμοποιήσει για πολύ μικρό χρονικό διάστημα (π.χ. μερικών λεπτών ή ωρών ή, έστω, και για λίγες μέρες) γιατί αν γίνεται για μακρό χρονικό διάστημα (π.χ. μιας ή περισσότερων εβδομάδων τότε θα πρόκειται για κλοπή διότι φανερώνει διάθεση ιδιοποίησης.

Το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιοδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές αποδώσει χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα (βλ. άρθρο 384 ΠΚ).

1.2.5. Υπεξαίρεση (άρθρο 375)

«1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. «Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των «εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ΕΥΡΩ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών».

2. Αν η πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών». «Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τις «εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ΕΥΡΩ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση».

3. Με το ξένο πράγμα εξομοιώνεται και: α) το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του το είχαν εμπιστευθεί για να το πουλήσει, καθώς και β) το κινητό πράγμα που απέκτησε ο υπαίτιος με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του το είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε».

Σχόλια. Στοιχεία του αδικήματος της υπεξαίρεσης είναι τα εξής:

Αντικείμενό της είναι κάθε κινητό πράγμα, δηλαδή πράγμα που μπορεί να τεθεί υπό την εξουσία ή κυριότητα του δράστη.

Το πράγμα πρέπει να είναι ξένο εν όλω ή εν μέρει, οπότε αυτός που κατέχει το πράγμα ως κύριος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ένοχος υπεξαίρεσης.

`Το πράγμα να βρίσκεται ήδη στην κατοχή του δράστη, όπως π.χ. δυνάμει συμβάσεως παρακαταθήκης, μισθώσεως, ενεχύρου κλπ. είτε λόγω τυχαίου γεγονότος (π.χ. ο άνεμος αφαιρεί ξύλινη πινακίδα από την οικία του Α και την ρίπτει στην αυλή του Β, ο οποίος την ιδιοποιείται).

Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον κάτοχο-δράστη,όπως π.χ. όταν ο μεταφορέας κατακρατεί τα μεταφερόμενα εμπορεύματα για δικά του και δεν τα παραδίδει στον αγοραστή.

Η διαφορά της κλοπής από την υπεξαίρεση είναι ότι στη μεν κλοπή απαιτείται αφαίρεση του πράγματος από την κατοχή άλλου προσώπου ενώ στην υπεξαίρεση απαιτείται το πράγμα να βρίσκεται στην κατοχή άλλου.

Εφαρμόζεται το άρθρο 384 Π.Κ. (Ικανοποίηση του παθόντος, εξάλειψη αξιοποίνου, παύση ποινικής δίωξης κλπ.).

1.2.6. Παρασιώπηση ανεύρεσης (άρθρο 376)

«Όποιος βρίσκει χαμένο πράγμα και δεν αναγγέλλει την ανεύρεση μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες στις αρχές ή στο κοινό ή στο δικαιούχο τιμωρείται με χρηματική ποινή. Αν το αντικείμενο είναι ασήμαντης αξίας, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη».

Σχόλια. Παρασιώπηση εύρεσης είναι η κατακράτηση των απολωλότων πραγμάτων από τον ευρέτη τους, εφόσον αυτός δεν αναγγείλει με οποιοδήποτε τρόπο (π.χ. προφορικά, γραπτά, αυτοπροσώπως, δι’ άλλου κλπ) την εύρεσή τους εντός 14 ημερών στην αρχή (π.χ. αστυνομική, κοινοτική αν πρόκειται για χωριό, δημόσια υπηρεσία εντός της οποίας, τυχόν, βρέθηκε το πράγμα κλπ) ή στο κοινό ή στο δικαιούχο. Υποκείμενο είναι μόνο ο ευρέτης, όχι και ο τυχόν παρευρισκόμενος τρίτος που το αντιλήφθηκε. Υλικό αντικείμενο είναι μόνο πράγμα απολωλός (χαμένο), συνεπώς όχι αδέσποτο ούτε θησαυρός.

Η παρασιώπηση μπορεί να κριθεί ατιμώρητη αν το απολωλός πράγμα είναι ασήμαντης αξίας (π.χ. νόμισμα ενός ευρώ).

Εφαρμόζεται και εδώ το άρθρο 384 Π.Κ. που προβλέπει λόγους απαλλαγής του δράστη ύστερα από ικανοποίηση του παθόντος, εξάλειψη αξιοποίνου, παύση ποινικής δίωξης κλπ.

1.2.7. Κλοπές και υπεξαιρέσεις ευτελούς αξίας (άρθρο 377)

«1. Αν η κλοπή ή η υπεξαίρεση έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας, τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών. Αν όμως η πράξη τελέστηκε από ανάγκη για άμεση χρήση ή ανάλωση του αντικειμένου της κλοπής ή υπεξαίρεσης, το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη.

2. Στις περιπτώσεις αυτού του άρθρου η ποινική δίωξη γίνεται μόνο ύστερα από έγκληση.

Εφαρμόζεται και εδώ το άρθρο 384 Π.Κ. που προβλέπει λόγους απαλλαγής του δράστη ύστερα από ικανοποίηση του παθόντος, εξάλειψη αξιοποίνου, παύση ποινικής δίωξης κλπ.»

1.2.8. Υφαιρέσεις (άρθρο 378)

«Κλοπή ή υπεξαίρεση που έγινε: α) μεταξύ συγγενών και αγχιστέων σε ευθεία γραμμή, θετών γονέων και θετών τέκνων, συζύγων και μνηστευμένων, αδελφών καθώς και των συζύγων και των μνηστήρων τους, β) από σύζυγο στην περιουσία που άφησε ο σύζυγός του, γ) εναντίον επιτρόπου ή επιμελητή του υπαιτίου, καθώς επίσης και σε βάρος προσώπου με το οποίο ο υπαίτιος ή συμμέτοχος διατελεί σε σχέση εξάρτησης ή ζει στο ίδιο σπίτι, διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση».

Σχόλια. Η υφαίρεση δεν είναι νέο έγκλημα αλλά είναι η κλοπή ή υπεξαίρεση (με τις απλές ή διακεκριμένες μορφές τους), που έγιναν μεταξύ συγγενών, συζύγων κλπ. και η οποία διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση. Η σχέση αυτή (συγγενική κλπ.) πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο τελέσεως του αδικήματος, αδιάφορα αν εξακολουθεί ή όχι να υφίσταται κατά το χρόνο εκδίκασης ή υφίσταται μόνο κατά το χρόνο εκδίκασης.

Αγχιστεία είναι η συγγενική σχέση που δημιουργείται μεταξύ του ενός συζύγου και των εξ αίματος συγγενών του άλλου συζύγου (ΑΚ 1464 εδ. α΄). Αλλά, μετά την ακύρωση και τη λύση του γάμου δεν πρέπει να θεωρείται ότι υφίσταται η συγγένεια, οπότε πρόκειται για κανονική κλοπή ή υπεξαίρεση.

Επίτροπος είναι το πρόσωπο, στο οποίο ανατίθεται η επιμέλεια του προσώπου, η διοίκηση της περιουσίας και η εκπροσώπηση του επιτροπευόμενου (ανήλικου, απαγορευμένου ή υπό δικαστική συμπαράσταση, κλπ).

Επιμελητής είναι ο κηδεμόνας, ο δικαστικός συμπαραστάτης, ο επιμελούμενος τη διατροφή και καθένας που βρίσκεται σε παρόμοια σχέση προς τον ανήλικο, όπως οι φυσικοί και θετοί γονείς.

Η σχέση εξάρτησης πρέπει να είναι οικογενειακή ή οικιακή (π.χ. οικοφύλακες, θυρωροί, οικόσιτοι θεράποντες, κηπουροί, μαθητευόμενοι), όχι νομική ή οικονομική (π.χ. από σύμβαση εργασίας).

Απόδοση του ιδιοποιημένου πράγματος (Άρθρο 379)

(Παραλείπεται ως μη ισχύον).

1.2.9. Ληστεία (άρθρο 380)

«1. Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Αν ο υπαίτιος της πράξεως αυτής ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ή αν έφερε πολεμικό τυφέκιο ή πυροβόλο όπλο που φέρει φυσίγγιο των 40 χιλιοστών και άνω ή πολυβόλο ή υποπολυβόλο ή χειροβομβίδα ή εκρηκτικό μηχανισμό ή βαρύ όπλο ή όπλο πυροβολικού, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

2. Αν από την πράξη προήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου ή αν ο δράστης έκανε χρήση πολεμικού τυφεκίου ή πυροβόλου όπλου που φέρει φυσίγγιο των 40 χιλιοστών και άνω ή πολυβόλου ή υποπολυβόλου ή χειροβομβίδας ή εκρηκτικού μηχανισμού ή βαρέως όπλου ή όπλου πυροβολικού, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη.

3. Οι ίδιες ποινές (παρ. 1 και 2) επιβάλλονται σ’ εκείνον που καταλήφθηκε επ’ αυτοφώρω να κλέβει και μεταχειρίζεται σωματική βία εναντίον προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής για να διατηρήσει το κλοπιμαίο».

Σχόλια. 1. Έννοια. Ληστεία είναι η αφαίρεση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος με χρήση σωματικής βίας ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής ή με εξαναγκασμό παράδοσης με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση. Η παράνομη βία χρησιμοποιείται ως μέσον για το σκοπό της ιδιοποίησης του ξένου κινητού πράγματος, δηλαδή για την κλοπή.

Η ληστεία είναι σύνθετο έγκλημα, αποτελούμενο από τη σύνδεση των αντικειμενικών υποστάσεων της κλοπής και της παράνομης βίας, που απορροφώνται απ’ αυτή. Εξάλλου, είναι έγκλημαουσιαστικό (αφού η αντικειμενική του υπόσταση συνίσταται όχι μόνο σε ενέργεια αλλά και σε αποτέλεσμα), που στρέφεται κυρίως κατά της ιδιοκτησίας αλλά και κατά της ελευθερίας.

2. Μορφές εμφάνισης. Η ληστεία εμφανίζεται υπό τρεις μορφές:

α) Ως ληστεία υπό στενή έννοια, όταν η βία συμπίπτει ή προηγείται ελάχιστα της αφαίρεσης (ταυτόχρονο ή σχεδόν ταυτόχρονο παράνομης βίας – κλοπής),

β) Ως ληστρική εκβίαση, όταν η παράνομη βία προηγείται πάντοτε της μη ιδιόχειρης κλοπής, ήτοι της αφαίρεσης, η οποία, εξαιτίας της ασκηθείσης βίας, έλαβε τη μορφή της «εξαναγκασμένης παράδοσης» του (κατ’ ουσίαν αφαιρουμένου) πράγματος. Αυτή η μορφή καθιερώνεται με το εδ. β΄ της παρ.1 του άρθρου, κατά την οποία ο δράστης, χρησιμοποιώντας σωματική βία κλπ.,εξαναγκάζει το θύμα να του παραδώσει το πράγμα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση. Έτσι, εκτός από τη ληστεία που γίνεται με αφαίρεσητου πράγματος, ληστεία υπάρχει και με την παράδοσηαυτού στον δράστη εφόσον αυτή γίνεται με βία και εξαναγκασμό.

γ) Ως ληστρική κλοπή, όταν η κλοπή προηγείται κατ’ ελάχιστον της παράνομης βίας, όπου η τελευταία χρησιμοποιείται για τη διατήρηση του κλαπέντος.

3. Στοιχεία του αδικήματος της ληστείας είναι:

– Το αντικείμενό της, που μπορεί να είναι μόνο ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα για το οποίο ο δράστης πρέπει να γνωρίζει ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα γιατί, αν διεκδικεί δικό του δικαίωμα στο πράγμα, τότε πρόκειται για αυτοδικία και όχι για ληστεία. Το πράγμα δεν είναι απαραίτητο να ανήκει κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας στο θύμα, αρκεί να βρίσκεται στην κατοχή του (π.χ. αφαίρεση με σωματική βία εμπορευμάτων από μεταφορέα).

– Το μέσον για την αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος, που πρέπει να είναι η κατά του προσώπου άσκηση σωματικής βίας ήαπειλής, η οποία συνδέεται με επικείμενο κίνδυνο του σώματος ή της ζωής του θύματος. Ειδικότερα, ως σωματική βία νοείται η επιβολή υλικής δύναμης ικανής να εξουδετερώσει την αντίσταση του θύματος. Π.χ. ρίψη ογκώδους λίθου στο κεφάλι του θύματος για να ματαιώσει την ενδεχόμενη αντίστασή του ή χρήση αναισθητικού αερίου για τον ίδιο σκοπό και εν συνεχεία αφαίρεση των χρημάτων του. Η απειλή μπορεί να είναι έγγραφη ή προφορική ή να συνάγεται από ορισμένη συμπεριφορά του δράστη (π.χ. επίδειξη όπλου) και να αφορά κίνδυνο επικείμενο του σώματος ή της υγείας. Επομένως δεν είναι τέτοια βία αυτή που δεν απειλείται άμεσα κίνδυνος του θύματος ή της περιουσίας του αλλά μελλοντικά (π.χ. μελλοντική απειλή της ζωής ή εμπρησμός και καταστροφή της οικίας του θύματος με επιστολή).

– Η αφαίρεση του ξένου εν όλω ή εν μέρει κινητού πράγματος με σκοπό την ιδιοποίησή του. Δηλαδή, πρέπει να γίνει και αφαίρεση του πράγματος για να το έχει ο δράστης υπό την ιδιοκτησία του, η δε ιδιοποίηση να είναι παράνομη. Επομένως, όταν ο δράστης διεκδικεί δικό του πράγμα, τότε θα έχουμε αυτοδικία και όχι ληστεία.

4. Επιβαρυντική μορφή ληστείας συνιστούν οι περιπτώσεις που ο δράστης ενήργησε με καλυμμένο πρόσωπο, πυροβόλο όπλο κλπ., που αφορούν τον τρόπο τελέσεως της ληστείας και όχι το επελθόν αποτέλεσμα.

5. Η ληστεία που συνοδεύεται με θάνατο του θύματος ή βαριά σωματική βλάβη και ιδιαίτερη σκληρότητα, χρήση όπλων,εκρηκτικών κλπ. Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 380, η ληστεία καθιερώνεται ως αδίκημα εκ του αποτελέσματος, εφόσον από την πράξη προήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα ή με χρήση όπλων κλπ. Το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου ή της βαριά σωματικής βλάβης δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στο δόλο του δράστη αλλά να μπορεί να αποδοθεί σε αμέλειά του. Αν στο δόλο του δράστη προϋπήρχε και ο σκοπός της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως ή των σωματικών βλαβών, τότε θα υφίσταται συρροή εγκλημάτων, δηλαδή «ανθρωποκτονία από πρόθεση» ή «σωματικές βλάβες» και «ληστεία». Ως ιδιαίτερη σκληρότητα νοείται η πρόκληση ισχυρών σωματικών πόνων στο θύμα της ληστείας.

6. Διαφορά μεταξύ ληστείας και εκβίασης. Η ληστεία διαφέρει από την εκβίαση κατά τα εξής:

α) Αντικείμενο της ληστείας είναι πάντοτε η αφαίρεση βιαίως ξένου κινητού πράγματος, ενώ της εκβίασης είναι ο εξαναγκασμός του εκβιαζόμενου να πράξει, να παραλείψει ή να ανεχτεί κάτι που δεν μπορεί να ενεργήσει όπως πρέπει μόνος του ο εκβιάζων (π.χ. εκβιάζεται ο δανειστής να χορηγήσει εξοφλητική απόδειξη στον οφειλέτη χωρίς να λάβει τα οφειλόμενα χρήματα).

β) Στη ληστεία, η σωματική βία και οι απειλές πρέπει να κατευθύνονται κατά του σώματος ή της ζωής του θύματος ενώ στην εκβίαση μπορούν να απευθύνονται και κατά της τιμής, της ελευθερίας ή της περιουσίας αυτού.

7. Χρήση σωματικής βίας σε αυτόφωρη κατάληψη του κλέφτη για διατήρηση κλοπιμαίου (παρ. 3 του άρθρου). Αν ο δράστης κλοπής καταληφθεί επ’ αυτοφώρω και χρησιμοποιήσει σωματική βία εναντίον προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής για να διατηρήσει το κλοπιμαίο, διαπράττει επίσης το αδίκημα της ληστείας (και όχι της κλοπής) διότι μεταξύ κλοπής και χρήσης των ληστρικών μέσων για τη διατήρηση του αφαιρεθέντος πράγματος, υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ώστε οι πράξεις αυτές να εμφανίζονται ως μια ενιαία πράξη ληστείας.

Ερώτηση Πιστοποίησης Β85: Τι καλείται «ληστεία» κατά τον Ποινικό Κώδικα;

Απάντηση. Ληστεία είναι η αφαίρεση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος με χρήση σωματικής βίας ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής ή με εξαναγκασμό παράδοσης με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση. Η παράνομη βία χρησιμοποιείται ως μέσον για το σκοπό της ιδιοποίησης του ξένου κινητού πράγματος, δηλαδή για την κλοπή.

1.2.10. Φθορά ξένης ιδιοκτησίας (άρθρο 381)

«1. Όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

2. Αν η φθορά έχει αντικείμενο πράγμα ευτελούς αξίας ή η ζημία που προξενήθηκε από τη φθορά είναι ελαφρά, ο υπαίτιος τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ».

Σχόλια. Η φθορά ξένης ιδιοκτησίας είναι έγκλημα γνήσιας προσβολής της ιδιοκτησίας διότι, αντίθετα προς την κλοπή και την υπεξαίρεση (όπου η κυριότητα ως δικαίωμα δεν καταλύεται) το δικαίωμα κυριότητας καταλύεται ή περιορίζεται με την καταστροφή ή βλάβη του πράγματος. Πρόκειται για την καθαρότερη νομική μορφή βλάβης του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Συνεπώς, παθών από το έγκλημα είναι μόνο ο κύριος του πράγματος, ενώ για τα πράγματα που ανήκουν στο Δημόσιο, αυτός που έχει τη διοίκηση.

Στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:

– Αντικείμενο είναι κάθε ενσώματο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, που ανήκει εν όλω ή εν μέρει σε άλλη ιδιοκτησία φυσικού ή νομικού προσώπου. Και επί συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου είναι δυνατό το αδίκημα, καθόσον το κοινό πράγμα είναι εν μέρει ξένο (π.χ. ο Α καταστρέφει με πρόθεση το κοινό εταιρικό αυτοκίνητο που έχει με τον Β).

– Καταστροφή ή βλάβη κλπ. Για την πραγμάτωση του αδικήματος δεν απαιτείται να επέλθει ολική ή μερική καταστροφή του πράγματος αλλά αρκεί η ελάττωση της αξίας ή ο περιορισμός της χρήσης αυτού (π.χ. κηλίδωση ή ρύπανση του πράγματος, η ανάμιξη οίνου με νερό).

– Δόλος του δράστη που συνίσταται στη βούληση ή αποδοχή της φθοράς ξένου πράγματος. Επομένως φθορά ξένης ιδιοκτησίας από αμέλεια δεν είναι αξιόποινη πράξη (π.χ. από απροσεξία κηλίδωση ενδύματος).

Εάν ο ιδιοκτήτης του πράγματος συναινεί στην καταστροφή του πράγματος, αποκλείεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης.

Εάν η φθορά έχει αντικείμενο ευτελούς αξίας ή η προξενηθείσα ζημία είναι ελαφρά, ο υπαίτιος τιμωρείται ηπιότερα.

Σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμόζεται το άρθρο 384 Π.Κ. (Ικανοποίηση του παθόντος, εξάλειψη αξιοποίνου, παύση ποινικής δίωξης κλπ.).

1.2.11. Διακεκριμένες περιπτώσεις φθοράς (άρθρο 382)

«1. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται η φθορά ξένης ιδιοκτησίας της πρώτης παραγράφου του άρθρου 381, αν έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα.

2. Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο δράστης, αν το αντικείμενο της πράξης που προβλέπεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 381: α) είναι πράγμα που χρησιμεύει για κοινό όφελος, β) είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, γ) η φθορά έγινε με φωτιά ή με κάποιο από τα μέσα που προβλέπει το άρθρο 270.

3. Αν στην πράξη της πρώτης παραγράφου συμμετείχαν δύο ή περισσότεροι ή συντρέχει και μία από τις περιπτώσεις της δεύτερης παραγράφου, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

4. Όποιος προκαλεί κατά τους όρους του προηγούμενου άρθρου φθορά ή βλάβη αρχαιολογικού ή καλλιτεχνικού ή ιστορικού μνημείου ή αντικειμένου τοποθετημένου σε δημόσιο χώρο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.

5. Ο υπαίτιος των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 383 του παρόντος.»

Σχόλια. Πρόκειται για επιβαρυντική μορφή της απλής φθοράς και όχι ξεχωριστό έγκλημα, εφόσον συντρέχουν ειδικές συνθήκες, ήτοι:

– αν έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα,

– αν πρόκειται για πράγμα που χρησιμεύει για κοινό όφελος (π.χ. γέφυρα, δημοσία οδός, υδραγωγείο, διώρυγα κλπ.), χωρίς να αρκεί ότι απλώς ανήκει στο δημόσιο (π.χ. γραφεία δημοσίων υπηρεσιών, δικαστήρια κλπ),

– αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (χωρίς το ύψος της να προσδιορίζεται από το νόμο και η δικαστική κρίση της οποίας είναι ανέλεγκτη ΑΠ478/61 ΠΧρ. ΙΒ΄169).

– αν η φθορά έγινε με φωτιά ή με εκρηκτικές ύλες κλπ (βλ. άρθρο 270 ΠΚ)

– αν στην χωρίς πρόκληση φθορά συμμετείχαν δύο ή περισσότεροι ή συντρέχει και μία από τις αμέσως παραπάνω περιπτώσεις της δεύτερης παραγράφου, οπότε επιβάλλεται ακόμη αυστηρότερη ποινή,

– αν πρόκειται για φθορά ή βλάβη αρχαιολογικού ή καλλιτεχνικού ή ιστορικού μνημείου ή αντικειμένου τοποθετημένου σε δημόσιο χώρο (π.χ. προτομή, άγαλμα), οπότε επιβάλλεται ακόμη αυστηρότερη ποινή,

– αν ο υπαίτιος ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, οπότε επίσης επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή.

Σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμόζεται το άρθρο 384 Π.Κ. (Ικανοποίηση του παθόντος, εξάλειψη αξιοποίνου, παύση ποινικής δίωξης κλπ.).

1.2.12. Γενικές διατάξεις (άρθρο 383) (Έγκληση)

Στις περιπτώσεις των άρθρων 381 και 382 παρ. 2 στοιχ. β’ η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του παθόντος.

1.2.13. Ικανοποίηση του παθόντος (άρθρο 384)

«1. Το αξιόποινο των εγκλημάτων των άρθρων 372-374, 375-377, 381 και 382 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές αποδώσει χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος.

2. Εάν ο υπαίτιος των πράξεων της παραγράφου 1 μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου αποδώσει το πράγμα και δηλώσει ο παθών ή οι κληρονόμοι του ότι δεν έχουν άλλη αξίωση από την πράξη ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, δεν κινείται ποινική δίωξη και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών.

3. Ο υπαίτιος των πλημμελημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 372, 373, 375-377, 381 και 382 απαλλάσσεται από κάθε ποινή αν, μέχρι το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποδώσει το πράγμα και δηλώσει ο παθών ή οι κληρονόμοι του ότι δεν έχουν άλλη αξίωση από την πράξη ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας.

4. Στην απόπειρα των πράξεων της παραγράφου 1 αρκεί δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του ότι έχουν ικανοποιηθεί.

5. Η δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του ότι ικανοποιήθηκαν εντελώς ισχύει για όλους τους συμμέτοχους, εκτός από εκείνους που δηλώνουν ότι δεν την αποδέχονται».

Άρθρο 384α

Καταστολή φθορών που προκαλούν το κοινό αίσθημα

(Παραλείπεται ως μη ισχύον).

(Με το άρθρο 34 του ν. 3904/2010 ΦΕΚ Α 218/23.12.2010 από 23.12.2010 ημερομηνία έναρξης του προαναφερόμενου νόμου ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ το παρόν).

**/**

1.3. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ

1.3.1. Εξύβριση (άρθρο 361)

«1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης.

2. Όταν η προσβολή της τιμής δεν είναι ιδιαίτερα βαριά, αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις και το πρόσωπο του ατόμου που προσβλήθηκε, ο υπαίτιος τιμωρείται με κράτηση ή με πρόστιμο.

3. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 308 έχει και σ’ αυτή την περίπτωση εφαρμογή».

Σχόλια. Εξύβριση είναι η προσβολή της τιμής με λόγια ή με έργα ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εκτός από δυσφήμηση, απλή ή συκοφαντική. Η εξύβριση είναι έγκλημα διακινδύνευσης, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου ολοκληρώνεται με την προσβολή του παθόντος, που εκδηλώνεται με λόγια ή με έργα, χωρίς να απαιτείται να επέλθει και μείωση της εκτίμησης αυτής ως αποτέλεσμα της προσβολής που του έγινε. Κατ’ άλλη άποψη είναι έγκλημα αποτελέσματος, το οποίο συνίσταται στην ηθική μείωση που αισθάνεται ο υβριζόμενος.

Τιμή είναι το καλό όνομα, η χρηστότητα, η τιμιότητα, η εκτίμηση δηλαδή που θεμελιώνεται στην ηθική αξία, στον ηθικό χαρακτήρα ενός προσώπου. Και ηθική αξία του προσώπου είναι η αξία την οποία έχει το πρόσωπο δυνάμει της ηθικής συμπεριφοράς του. Π.χ. αν αποκαλέσω κάποιον «κλέφτη», προσβάλλω την τιμή του.

Η τιμή διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική. Ειδικότερα:

Εσωτερική τιμή είναι η αξία που έχει το πρόσωπο εκ του ότι ανταποκρίνεται στις ηθικές, νομικές και κοινωνικές απαιτήσεις του περιβάλλοντος στο οποίο διαβιώνει. Εξωτερική τιμή είναι η εκτίμηση που δικαιούται να απολαμβάνει το πρόσωπο από τους συνανθρώπους του ως μέλος της κοινωνίας. Π.χ. αν ισχυρισθώ ότι ο Α έδειξε δειλία μπροστά στον εχθρό, προσβάλλω την εξωτερική τιμή του.

Υπόληψη είναι η εκτίμηση που θεμελιώνεται στην κοινωνική αξία του προσώπου. Κοινωνική αξία του προσώπου είναι η αξία που έχει το πρόσωπο δυνάμει των ιδιοτήτων ή ικανοτήτων προς εκτέλεση των ιδιαιτέρων αυτού κοινωνικών έργων. Π.χ. αν ισχυρισθώ ή διαδώσω ενώπιον τρίτων ότι ο Α δικηγόρος δεν γνωρίζει να συντάξει αγωγή, προσβάλλω την υπόληψή του.

Παθών, γενικά στα εγκλήματα τιμής είναι μόνο τα μεμονωμένα άτομα, κάθε φυσικό πρόσωπο ατομικά. Επομένως, ομάδες ατόμων ή νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν παθόντες στα εγκλήματα τιμής, όπως π.χ. οι γιατροί, οι δικηγόροι, το έθνος ολόκληρο. Παθόντες μπορεί να είναι και οι παράφρονες, τα παιδιά, οι αλλοδαποί, οι καταδικασθέντες, οι στερηθέντες των πολιτικών τους δικαιωμάτων και, γενικά, κάθε άνθρωπος χωρίς εξαίρεση, διότι κανένα πρόσωπο δεν στερείται την ηθική του αξία.

Στοιχεία του αδικήματος της εξύβρισης είναι τα εξής:

α) Προσβολή της τιμής άλλου που γίνεται με εκδήλωση καταφρόνησης κατά του εξυβριζόμενου που γίνεται προφορικά ή γραπτά (π.χ. με υβριστικές λέξεις ή εκφράσεις) ή με έργα , όπως π.χ. με αρπαγή του παθόντος από τα ενδύματά του, με φτύσιμο, βρέξιμο στο σώμα του, προκλητική ώθηση, ράπισμα στο πρόσωπο, άσεμνες χειρονομίες κλπ.

β) Η προσβολή να μη συνιστά δυσφήμηση (απλή ή συκοφαντική), δηλαδή να μην πρόκειται για συμπεριφορά που μπορεί να προκαλέσει στους τρίτους καταφρόνηση του προσβαλλόμενου αλλά να εκφράζεται η καταφρόνηση του ίδιου του δράστη-υβριστή κατά του εξυβριζόμενου.

γ) Να υπάρχει δόλος του δράστη, που συνίσταται στην εκδήλωση καταφρόνησης κατά ορισμένου προσώπου και στη βούληση ή αποδοχή του, αυτή η προσβλητική εκδήλωση κατά της τιμής να περιέλθει σε γνώση άλλου προσώπου, π.χ. ο Α αποκαλεί τον Β κλέφτη. Εάν, όμως, ο Α γράψει σ’ ένα σημείωμα ότι ο Β είναι κλέφτης και το σημείωμα περιέλθει σε γνώση του Β χωρίς τη θέληση του Α, ο τελευταίος δεν τιμωρείται ελλείψει δόλου. Εάν, βέβαια, ο παθών συναινεί στην εξύβριση, αποκλείεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης.

Ερώτηση Πιστοποίησης Β35: Τι καλείται «εξύβριση» κατά τον Ποινικό Κώδικα και πως τιμωρείται;

Απάντηση: Εξύβριση είναι η προσβολή της τιμής με λόγια ή με έργα ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο εκτός από δυσφήμηση, απλή ή συκοφαντική. Η εξύβριση είναι έγκλημα διακινδύνευσης, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου ολοκληρώνεται με την προσβολή του παθόντος, που εκδηλώνεται με λόγια ή με έργα, χωρίς να απαιτείται να επέλθει και μείωση της εκτίμησης αυτής ως αποτέλεσμα της προσβολής που του έγινε. Κατ’ άλλη άποψη είναι έγκλημα αποτελέσματος, το οποίο συνίσταται στην ηθική μείωση που αισθάνεται ο υβριζόμενος.

Η εξύβριση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης.

Όταν η προσβολή της τιμής δεν είναι ιδιαίτερα βαριά, αν ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις και το πρόσωπο του ατόμου που προσβλήθηκε, ο υπαίτιος τιμωρείται με κράτηση ή με πρόστιμο.

1.3.2. Απρόκλητη έμπρακτη εξύβριση (άρθρο 361Α)

«1. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται η έμπρακτη εξύβριση (άρθρο 361 παρ. 1), αν έγινε χωρίς πρόκληση από τον παθόντα.

2. Αν στην πράξη της προηγούμενης παραγράφου συμμετείχαν δύο η περισσότεροι, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών».

1.3.3. Δυσφήμηση (άρθρο 362)

«Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης».

Σχόλια. Ένοχος απλής δυσφήμησης είναι εκείνος που με οποιοδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλο ένα γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Είναι έγκλημα διακινδύνευσης (και όχι προσβολής) της εξωτερικής τιμής κάποιου και διώκεται κατ’ έγκληση του δυσφημησθέντος.

Έτσι, ενώ εξύβριση είναι η περιφρόνηση και προσβολή του δράστη προς το θιγόμενο χωρίς να ενδιαφέρει αν αυτό γίνεται μπροστά σε τρίτους, η απλή δυσφήμηση είναι διάδοση γεγονότων σε βάρος του θιγόμενου, που γίνεται ενώπιον τρίτων και μπορούν να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψή του σ’ αυτούς τους τρίτους.

Στοιχεία του αδικήματος της δυσφήμησης είναι τα εξής:

– Ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος. Γεγονός είναι κάθε συμβάν ή κάθε κατάσταση του παρόντος ή παρελθόντος, που υποπίπτει στις αισθήσεις μας και μπορεί να αποδειχθεί. Π.χ. εάν ο Α ισχυρίζεται ενώπιον τρίτων ότι ο Β διέπραξε κλοπή κινητών πραγμάτων που ανήκουν στο Δημόσιο ή ότι διέπραξε απάτη.

– Το γεγονός να είναι τέτοιο ώστε να μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του δυσφημούμενου, αδιάφορα αν επήλθε ή όχι τέτοια βλάβη. Π.χ. ο Α ισχυρίζεται ότι ο αξιωματικός Β έδειξε δειλία ενώπιον του εχθρού.

– Απαιτείται και δόλος του δράστη, να ισχυριστεί ή να μεταδώσει περαιτέρω το γεγονός σε τρίτους και γνώση του ότι το γεγονός αυτό μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Εάν πλανάται, επειδή νομίζει ότι το γεγονός που μεταδίδει είναι ήδη γνωστό, αποκλείεται ο δόλος.

Αν το γεγονός που ισχυρίζεται ή διαδίδει ο δράστης είναι αληθινό, η πράξη μένει ατιμώρητη. Πάντως, η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που αφορά τη δυσφήμηση δεν αποκλείει την τιμωρία για εξύβριση, αν από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης

Πότε επιτρέπεται η απόδειξη των διαδόσεων. Σε κάθε περίπτωση δυσφήμησης (απλής ή συκοφαντικής) η απόδειξη της αλήθειας του διαδοθέντος γεγονότος απαγορεύεται όταν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του οικογενειακού ή του ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα. Π.χ. ο Α ισχυρίζεται και διαδίδει ενώπιον τρίτων προσώπων ότι ο Β, κοινός γνωστός τους, δεν είναι καλός σύζυγος διότι φέρεται άσχημα στη σύζυγό του και εξ αιτίας του βρίσκεται σε διάσταση. Στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται απόδειξη της αλήθειας, διότι το γεγονός ανάγεται αποκλειστικώς σε σχέσεις οικογενειακού ή ιδιωτικού βίου και ο περί αυτού ισχυρισμός και διάδοση έγινε κακόβουλα. Κι αυτό γιατί, οι σχέσεις οικογενειακού ή ιδιωτικού βίου δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ανήκουν στην ιδιωτική σφαίρα (ζωή) των ανθρώπων, που πρέπει να μένει απρόσβλητη και δεν ενδιαφέρει την κοινωνία.

Αν, όμως, πρόκειται για γεγονός που θίγει το δημόσιο συμφέρον, τότε επιτρέπεται απόδειξη. Π.χ. όταν ο Α΄ διαδίδει ενώπιον τρίτων ότι ο εργαζόμενος Β΄ στην εξυπηρέτηση πελατών σε γνωστό κατάστημα πάσχει από μεταδοτικό νόσημα, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία.

Αν το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο δράστης είναι αξιόποινη πράξη και ασκήθηκε ποινική δίωξη, η δίκη για τη δυσφήμηση αναστέλλεται έως το τέλος της ποινικής δίωξης. Μετά το τέλος της ποινικής δίκης, η μεν αλήθεια του διαδοθέντος γεγονότος θεωρείται αποδεδειγμένη εφόσον υπάρξει αμετάκλητη καταδίκη του δυσφημησθέντος (και δράστη της αξιόποινης πράξης). Αντίθετα, η αναλήθεια του διαδοθέντος γεγονότος θεωρείται αποδεδειγμένη με την αμετάκλητη αθώωση του δυσφημησθέντος.

1.3.4. Συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρο 363)

«Αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Μαζί με τη φυλάκιση μπορεί να επιβληθεί και χρηματική ποινή. Μπορεί επίσης να επιβληθεί και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 63».

Σχόλια. Ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης είναι εκείνος που εν γνώσει της αναλήθειας ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Αποτελεί ειδική και βαρύτερη μορφή εγκλήματος από την απλή δυσφήμηση, από την οποία διαφέρει ως προς το ότι το δυσφημηστικό γεγονός είναι ψευδές και ότι ο δράστης το γνωρίζει ότι είναι ψευδές και, παρά ταύτα, το διαδίδει. Γι αυτό και τιμωρείται με αυστηρότερη ποινή.

Επομένως, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης αποτελείται από τα εξής στοιχεία:

α) την απλή δυσφήμηση (δηλ. ο δράστης ισχυρίζεται ενώπιον τρίτων γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή του κλπ.),

β) το γεγονός που διαδίδεται είναι ψευδές και

γ) ο διαδίδων το ψευδές γεγονός (δηλ. ο δράστης) γνωρίζει την αναλήθεια του γεγονότος και παρά ταύτα το διαδίδει.

Βέβαια, (για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος) απαιτείται και δόλος του δράστη που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση του ότι η διάδοση αυτή μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του θύματος.

Βλ. περισσότερα σχόλια παραπάνω στο άρθρο 362 «απλή δυσφήμηση».

Ερώτηση Πιστοποίησης Β86: Ποια είναι η διαφορά της «δυσφήμησης» από τη «συκοφαντική δυσφήμηση».

Απάντηση. Στην (απλή) δυσφήμηση ο υπαίτιος δεν γνωρίζει αν το γεγονός που ισχυρίζεται ενώπιον των τρίτων σε βάρος του θύματος είναι ψευδές ή όχι ενώ στη συκοφαντική δυσφήμηση ο υπαίτιος γνωρίζει ότι αυτό είναι ψευδές και, παρά ταύτα, το διαδίδει. Γι’ αυτό και η συκοφαντική δυσφήμηση τιμωρείται αυστηρότερα από την απλή.

1.3.5. Δυσφήμηση ανώνυμης εταιρείας (άρθρο 364)

«1. Όποιος ισχυρίζεται με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για ανώνυμη εταιρεία ορισμένο γεγονός που είναι σχετικό με τις επιχειρήσεις, την οικονομική κατάσταση ή γενικά τις εργασίες της ή με τα πρόσωπα που τη διοικούν ή τη διευθύνουν και που μπορεί να βλάψει την εμπιστοσύνη του κοινού στην εταιρεία και γενικά στις επιχειρήσεις της, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.

2. Δεν τιμωρείται ο κατηγορούμενος αν αποδείξει την αλήθεια του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε.

3. Αν ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση».

1.3.6. Προσβολή της μνήμης νεκρού (άρθρο 365)

«Όποιος προσβάλλει τη μνήμη νεκρού με βάναυση ή κακόβουλη εξύβριση ή με συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 363) τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών».

1.3.7. Γενικές διατάξεις. Άρση του αξιόποινου, απαγόρευση απόδειξης, αναστολή δίκης κλπ. (άρθρο 366)

«1. Αν το γεγονός του άρθρου 362 είναι αληθινό, η πράξη μένει ατιμώρητη. Η απόδειξη όμως της αλήθειας του γεγονότος απαγορεύεται όταν αυτό αφορά αποκλειστικά σχέσεις του οικογενειακού ή του ιδιωτικού βίου που δεν θίγουν το δημόσιο συμφέρον και ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα.

2. Αν στις περιπτώσεις των άρθρων 362, 363, 364 και 365 το γεγονός που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος είναι πράξη αξιόποινη για την οποία ασκήθηκε δικαστική δίωξη, αναστέλλεται η δίκη για τη δυσφήμηση έως το τέλος της ποινικής δίωξης. Θεωρείται αποδεδειγμένο ότι το γεγονός που αφορά η δυσφήμηση είναι αληθινό αν η απόφαση είναι καταδικαστική και ψευδές αν η απόφαση είναι αθωωτική και στηρίζεται στο ότι δεν αποδείχθηκε ότι το πρόσωπο που είχε δυσφημηθεί τέλεσε την αξιόποινη πράξη.

3. Η απόδειξη της αλήθειας του γεγονότος που αφορά τη δυσφήμηση δεν αποκλείει την τιμωρία για εξύβριση, αν από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση προκύπτει σκοπός εξύβρισης».

Σχόλια. Βλ. σχόλια παραπάνω στα άρθρα 362 και 363 περί απλής και συκοφαντικής δυσφήμησης.

1.3.8. Άρση του άδικου χαρακτήρα για επιστημονικές, καλλιτεχνικές κλπ. κρίσεις (άρθρο 367)

«1. Δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες, β) οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της, καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή δ) σε ανάλογες περιπτώσεις.

2. Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363, καθώς και β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης».

Σχόλια. Με το άρθρο αυτό ο Π.Κ. αναγνωρίζει το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης γνώμης, εφόσον ο εκφραζόμενος δεν αποβλέπει στην προσβολή της τιμής άλλου προσώπου. Ειδικότερα, αναγνωρίζεται το δικαίωμα για ελεύθερη έκφραση γνώμης στις εξής περιπτώσεις:

α) Ο εκφραζόμενος αποβλέπει όχι στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης άλλου προσώπου αλλά στην ελεύθερη επιστημονική, καλλιτεχνική, επαγγελματική κριτική και συζήτηση. Π.χ. δυσμενείς κρίσεις για την επιστημονική διαγνωστική μέθοδο ορισμένου γιατρού ή για την επίδοση ενός καλλιτέχνη (π.χ. μουσικοσυνθέτη, ηθοποιού κλπ).

β) Οι δυσμενείς εκφράσεις που περιέχονται σε έγγραφο δημόσιας αρχής για αντικείμενα που ανάγονται στον κύκλο της υπηρεσίας της. Π.χ. δυσμενείς κρίσεις για συμπεριφορά δημόσιου λειτουργού (π.χ. καθηγητή, υπαλλήλου Δ.Ο.Υ., Πολεοδομίας, κλπ.) στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του.

γ) Οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Π.χ. δυσμενείς κρίσεις για την άσκηση καθηκόντων από Διοικητή Αστυνομικού Τμήματος, από Διευθυντή Φυλακών, κλπ. Ή, ακόμα, δυσμενείς κρίσεις και χαρακτηρισμοί που γίνονται από δικηγόρο στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του, εφόσον δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την υπεράσπιση των συμφερόντων του εντολέα του.

δ) Σε ανάλογες περιπτώσεις. Π.χ. δυσμενής κριτική για το κυβερνητικό έργο ή για ορισμένο Υπουργό ή γενικότερα για δημόσια πρόσωπα της πολιτικής σκηνής.

Σ’ όλες τις παραπάνω περιπτώσεις υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα των προσβλητικών πράξεων και αποτελούν θεμιτή προσβολή της τιμής. Κι αυτό γιατί σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις συγκρούονται αντίθετα έννομα συμφέροντα (π.χ. ορθή άσκηση καθηκόντων δημόσιου λειτουργού και συμφέρον της κοινωνίας), εξαιτίας της οποίας οι προσβολές αυτές δεν αποδοκιμάζονται από το δίκαιο διότι ισοσταθμίζονται από την εξυπηρέτηση άλλων εννόμων συμφερόντων (π.χ. καλλιτεχνική αισθητική, επιστημονική αλήθεια, συμφέρον της κοινωνίας κλπ.). Πρέπει όμως ο δράστης και υποκειμενικώς να αποσκοπεί ακριβώς στην εξυπηρέτηση αυτών των συμφερόντων (επιστημονικών, καλλιτεχνικών κλπ.) και να μην υπερβαίνει το προσήκον μέτρο σε χαρακτηρισμούς, εκφράσεις, κρίσεις, κλπ., ώστε να προβαίνει σε αθέμιτες προσβολές της τιμής και υπόληψης του κρινόμενου προσώπου.

Πάντως, δεν αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα σ’ αυτόν που ασκεί την κριτική (οπότε η κριτική αποτελεί αδίκημα)στις εξής περιπτώσεις:

α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης και

β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης (π.χ. όταν η κρίση προσχηματικά χρησιμοποιεί καλλιτεχνικά, επιστημονικά ή επαγγελματικά επιχειρήματα, έχει όμως απώτερο σκοπό την εξύβριση).

1.3.9. Έγκληση (άρθρο 368)

«1. Στις περιπτώσεις των άρθρων 361, 362, 363, 364 και 365 η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. «Αν ο παθών είναι αστυνομικός, λιμενικός, πυροσβεστικός και υγειονομικός υπάλληλος και η πράξη συνέβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του από πρόσωπο που ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού, η ποινική δίωξη στην περίπτωση του άρθρου 361 ασκείται αυτεπάγγελτα.»

2. Στην περίπτωση του άρθρου 365 δικαίωμα να υποβάλουν έγκληση έχουν ο σύζυγος που επέζησε και τα παιδιά του νεκρού, και αν αυτοί δεν υπάρχουν, οι γονείς και οι αδελφοί του. Στην περίπτωση του άρθρου 364, δικαίωμα να υποβάλει έγκληση έχει το διοικητικό συμβούλιο και όποιος άλλος έχει ουσιώδες έννομο συμφέρον.

3. Αν ο παθών είναι δημόσιος υπάλληλος και η πράξη συνέβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή για λόγους σχετικούς με την εκτέλεσή της, έχουν επίσης δικαίωμα να υποβάλουν έγκληση η προϊσταμένη του αρχή και ο αρμόδιος υπουργός».

1.3.10. Δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 369)

«1. Η παρ. 3 του άρθρου 229 έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις των άρθρων 361, 362, 363, 364 και 365 υπέρ εκείνου που υπέβαλε την έγκληση. Η προθεσμία για τη δημοσίευση της απόφασης αρχίζει από την επίδοσή της σ’ αυτόν. Αν η πράξη τελέστηκε με δημοσίευμα στον τύπο, η δημοσίευση πρέπει να γίνει με την καταχώρηση σε εφημερίδα τουλάχιστον του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης».

2. Ο εκδότης της εφημερίδας ή του περιοδικού όπου καταχωρίστηκε το δημοσίευμα που προκάλεσε την καταδίκη, οφείλει να καταχωρήσει στο έντυπό του ολόκληρη την απόφαση μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου του επιδόθηκε στην ίδια θέση και με τα ίδια στοιχεία, όπως καταχωρίστηκε και το υβριστικό δημοσίευμα. Αλλιώς υποβάλλεται σε φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή».

Σχόλια. Η δημοσίευση της δικαστικής απόφασης που καταδικάζει το δράστη του εγκλήματος της εξύβρισης, δυσφήμησης κλπ. αποτελεί μια παρεπόμενη ποινή σε βάρος του και παράλληλα ένα τρόπο αποκατάστασης της προσβληθείσης τιμής και υπόληψης του προσώπου που εξυβρίστηκε, δυσφημήστηκε κλπ. Συνεπώς, στις περιπτώσεις της εξύβρισης, δυσφήμησης (απλής και συκοφαντικής), δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας και προσβολής της μνήμης νεκρού, ο παθών που προσβλήθηκε παράνομα από τις διαδόσεις του δράστη (υβριστή, δυσφημήσαντος κλπ), μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο να του επιτρέψει να δημοσιεύσει ο ίδιος την καταδικαστική απόφαση με έξοδα του καταδικασμένου (π.χ. με δημοσίευμα στον τύπο, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο). Αν η πράξη τελέστηκε με δημοσίευμα στον τύπο, η δημοσίευση πρέπει να γίνει με την καταχώρηση σε εφημερίδα τουλάχιστον του σκεπτικού και του διατακτικού της απόφασης.

Αθήνα 25 Οκτωβρίου 2014

Κίμων Αλεξόπουλος


0 σχόλια

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: