ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΑΠΟΡΡΗΤΩΝ

Στοιχεία Ποινικού Δικαίου ΙΙ

Στέλεχος Ασφάλειας Προσώπων και Υποδομών

Γ΄ εξάμηνο – Τμήμα Γ1 – (εξάμηνο 2014 β)

Εκπαιδευτής: Κίμων Αλεξόπουλος

**//**

1.6. ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΑΠΟΡΡΗΤΩΝ

1.6.1. Παραβίαση του απορρήτου των επιστολών(Άρθρο 370)

«1. Όποιος αθέμιτα και με σκοπό να λάβει γνώση του περιεχομένου τους ανοίγει κλειστή επιστολή ή άλλο κλειστό έγγραφο ή παραβιάζει τον κλειστό χώρο στον οποίο είναι φυλαγμένα ή με οποιονδήποτε τρόπο εισχωρεί σε ξένα απόρρητα διαβάζοντας ή αντιγράφοντας ή αποτυπώνοντας με άλλο τρόπο επιστολή ή άλλο έγγραφο τιμωρείται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι ενός έτους.

2. Η ποινική δίωξη γίνεται μόνο με έγκληση».

Σχόλια. Ένοχος του αδικήματος της παραβίασης του απορρήτου των επιστολών είναι εκείνος που, αθέμιτα και με το σκοπό να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτών, ανοίγει κλεισμένη επιστολή ή άλλο έγγραφο ή παραβιάζει τον κλεισμένο χώρο στον οποίο φυλάσσονται ή με οποιοδήποτε τρόπο εισχωρεί σε ξένα απόρρητα, διαβάζοντας, αντιγράφοντας ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποτυπώνοντας επιστολή ή άλλο έγγραφο.

Με το άρθρο 370 ΠΚ προστατεύεται το απόρρητο των επιστολών και των εγγράφων, δηλαδή όλων των γραπτών κειμένων και μάλιστα τόσο έναντι των ιδιωτών όσο και έναντι οποιουδήποτε κρατικού οργάνου. Επομένως, υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι ο καθένας, ανεξαρτήτως ιδιότητας, είτε δημόσιος υπάλληλος είτε ιδιώτης. Έναντι, όμως, των ταχυδρομικών και τηλεγραφικών υπαλλήλων ισχύουν οι ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 248, 249 ΠΚ., εκτός αν αυτοί δεν υπάγονται σ’ αυτές (π.χ. όταν πρόκειται για έγγραφο μη εμπιστευμένο σ’ αυτούς εξαιτίας της υπηρεσίας τους), οπότε υπάγονται κι αυτοί στο άρθρο 370 ΠΚ.

Είναι αδιάφορο αν το έγγραφο αποστέλλεται ταχυδρομικώς ή με άλλο μέσον ή βρίσκεται στα χέρια του παραλήπτη χωρίς να έχει αποσφραγιστεί (π.χ. παραβιάστηκε πριν τη σφράγιση ή με άλλο τεχνικό τρόπο) ή δεν περιήλθε στα χέρια του.

Χώρος στον οποίο φυλάσσεται η επιστολή ή το έγγραφο μπορεί να είναι οποιοδήποτε πράγμα, κινητό ή ακίνητο (π.χ. δωμάτιο, συρτάρι, ερμάριο, χρηματοκιβώτιο, χαρτοφύλακας κλπ.) και είναι αδιάφορο αν η επιστολή, το έγγραφο κλπ. είναι κλεισμένα ή όχι μέσα σ’ αυτό το χώρο.

Ως απόρρητα που ενδιαφέρουν τον ιδιώτη (ιδιωτικά απόρρητα) νοούνται κυρίως όσα αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή ενός προσώπου (π.χ. σχέσεις του με άλλα πρόσωπα, οικογενειακές σχέσεις, ασθένειες, εισοδήματα, έξοδα, περιουσιακά στοιχεία κλπ.). Απόρρητο, όμως, μπορεί να θεωρηθεί ο,τιδήποτε για το οποίο κάποιος έχει λόγο να μείνει μυστικό και η ανακοίνωση του οποίου θα μπορούσε να του επιφέρει κάποια υλική ή ηθική βλάβη. Απόρρητο είναι, κατ’ αρχήν, οτιδήποτε δεν είναι γνωστό γενικώς ή σε αόριστο αριθμό προσώπων, συνεπώς μπορεί να είναι γνωστό σ’ ένα στενό κύκλο προσώπων αλλά ο ενδιαφερόμενος να έχει συμφέρον να μη γνωστοποιηθεί περαιτέρω παρά μόνο σ’ ένα πρόσωπα ή σε ορισμένα. Ένα πασίδηλο γεγονός (π.χ. γεγονός που αναφέρεται στις ειδήσεις των εφημερίδων),δεν μπορεί να είναι απόρρητο.

Ουσιώδες στοιχείο είναι η πρόθεση του δράστη, που συνίσταται αφενός στη γνώση του ότι η επιστολή ή το έγγραφο δεν ήταν προορισμένο γι’ αυτόν και ότι δεν είχε δικαίωμα ανοίγματος και αφετέρου στη βούλησή του ή στην αποδοχή να γνωρίσει με αθέμιτο τρόπο το περιεχόμενο του εγγράφου, χωρίς να απαιτείται επιτυχία του σκοπού αυτού. Συνεπώς εάν κάποιος από πλάνη άνοιξε μια επιστολή, π.χ. πιστεύοντας ότι απευθύνεται σ’ αυτόν, δεν τιμωρείται ελλείψει δόλου.

Το άνοιγμα του εγγράφου ή της επιστολής πρέπει να γίνεται αθέμιτα, δηλαδή χωρίς δικαίωμα που να επιτρέπει αυτή την ενέργεια. Επομένως εάν το άνοιγμα γίνεται από το γονέα του ανήλικου, τον δικαστικό συμπαραστάτη για επιστολές προς τον συμπαραστατούμενο, από το σύνδικο της πτώχευσης για επιστολές προς τον πτωχεύσαντα κλπ., η πράξη δεν είναι αξιόποινη. Τέλος, η συναίνεση του παθόντος αποκλείει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οπότε δεν τιμωρείται.

1.6.2. Παραβίαση του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και της προφορικής συνομιλίας(Άρθρο 370Α)

(Το παρόν άρθρο, που είχε αντικατασταθεί με την παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 3090/2002 (Α΄ 329/24.12.2002), τίθεται όπως αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 10 του ν. 3674/2008 (Α΄ 136/10.7.2008) και ισχύει από 1.9.2008).

«1. Όποιος αθέμιτα παγιδεύει ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο παρεμβαίνει σε συσκευή, σύνδεση ή δίκτυο παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας ή σε σύστημα υλικού ή λογισμικού, που χρησιμοποιείται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή τα στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου. 2. Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγούμενου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου. 3. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου. 4. Αν ο δράστης των πράξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 αυτού του άρθρου είναι πάροχος υπηρεσιών τηλεφωνίας ή νόμιμος εκπρόσωπος αυτού ή μέλος της διοίκησης ή υπεύθυνος διασφάλισης του απορρήτου ή εργαζόμενος ή συνεργάτης του παρόχου ή ενεργεί ιδιωτικές έρευνες ή τελεί τις πράξεις αυτές κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή απέβλεπε στην είσπραξη αμοιβής, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή από πενήντα πέντε χιλιάδες (55.000) μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. 5. Αν οι πράξεις των παραγράφων 1 και 3 αυτού του άρθρου συνεπάγονται παραβίαση στρατιωτικού ή διπλωματικού απορρήτου ή αφορούν απόρρητο που αναφέρεται στην ασφάλεια του κράτους ή την ασφάλεια εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας, τιμωρούνται κατά τα άρθρα 146 και 147 του Ποινικού Κώδικα.»

Σχόλια.Η πράξη της παγίδευσης ξένου τηλεφώνου αποτελεί άμεση παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων και είναι γι’ αυτό ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθόσον, μεγάλα ή μικρά μυστικά, προσωπικά, επαγγελματικά ή κάθε είδους, «διακινούνται» καθημερινά μέσα απ’ το τηλεφωνικό δίκτυο. Όσο, όμως, διαδεδομένη είναι η τηλεφωνική επικοινωνία, άλλο τόσο είναι και εξαιρετικά ευαίσθητη από τεχνική άποψη. Η πράξη της παγίδευσης ή παρέμβασης δεν αφορά μόνο συσκευή ή τηλεφωνική σύνδεση αλλά και σύστημα υλικού ή λογισμικού, που χρησιμοποιείται για την παροχή υπηρεσιών τηλεφωνίας. Εξάλλου, το αξιόποινο περιλαμβάνει κάθε περίπτωση που ο δράστης πράττει με σκοπό όχι μόνον ο ίδιος αλλά και άλλος να πληροφορηθεί ή να μαγνητοφωνήσει ή να αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνδιάλεξης μεταξύ τρίτων ή τα στοιχεία της θέσης και κίνησης της εν λόγω επικοινωνίας. Επίσης η πράξη τιμωρείται και όταν ο δράστης αποτυπώσει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του με άλλον χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου.

Περαιτέρω, ως προς το αξιόποινο της κατά την παράγραφο 2 παραβίασης του απορρήτου προφορικής συνομιλίας, τιμωρείται όχι μόνον η μαγνητοφώνηση προφορικής συνομιλίας μεταξύ τρίτων ή η μαγνητοφώνηση μη δημόσιας πράξης τρίτου, αλλά γενικώς η αποτύπωσή τους σε υλικό φορέα. Εξάλλου, το προβλεπόμενο στην παράγραφο 4 ιδιαίτερο έγκλημα είναι αρκετά διευρυμένο ως προς τον κύκλο των δραστών, αφού περιλαμβάνει τα εξής πρόσωπα: πάροχος υπηρεσιών τηλεφωνίας ή νόμιμος εκπρόσωπος αυτού ή μέλος της διοίκησης ή υπεύθυνος διασφάλισης του απορρήτου ή εργαζόμενος ή συνεργάτης του παρόχου ή πρόσωπο που ενεργεί ιδιωτικές έρευνες ή τελεί τις πράξεις αυτές κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή απέβλεπε στην είσπραξη αμοιβής.

Εξάλλου, εν όψει της γενικευμένης, διαρκώς εξαπλούμενης και, χωρίς όρια, απόκτησης και χρήσης των αθέμιτων μαγνητοφωνήσεων ή μαγνητοσκοπήσεων, μέσω της δημοσιοποίησής τους από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, που έχει οδηγήσει, πλέον, κατ’ ουσία, στην κατάργηση της ιδιωτικότητας και στην ανεμπόδιστη εισβολή στην ιδιωτική ζωή των ατόμων ποικιλώνυμων συμφερόντων, κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση, επί το αυστηρότερο, της διατάξεως του άρθρου 370Α του ΠΚ και η αναβάθμισή της σε κακούργημα τιμωρούμενο με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, ώστε να περιφρουρηθούν και θωρακισθούν τα ιδιωτικά δικαιώματα, η ιδιωτική ζωή και τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του ατόμου, που αποτελούν εκδήλωση της προσωπικότητάς του, την οποία πρωταρχικά προστατεύει το Σύνταγμα.

Τέλος, με την παρ. 5 τιμωρείται η παραβίαση στρατιωτικού ή διπλωματικού απορρήτου ή απορρήτου που αναφέρεται στην ασφάλεια του κράτους ή την ασφάλεια εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας.

1.6.3. ΑΘΕΜΙΤΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Ή ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ, ΑΠΟΡΡΗΤΑ, ΕΓΚΛΗΣΗ(Άρθρο 370Β)

«1. Όποιος αθέμιτα αντιγράφει, αποτυπώνει, χρησιμοποιεί, αποκαλύπτει σε τρίτον ή οπωσδήποτε παραβιάζει στοιχεία ή προγράμματα υπολογιστών, τα οποία συνιστούν κρατικά, επιστημονικά ή επαγγελματικά απόρρητα ή απόρρητα επιχείρησης του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ως απόρρητα θεωρούνται και εκείνα που ο νόμιμος κάτοχός τους, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον τα μεταχειρίζεται ως απόρρητα, ιδίως όταν έχει λάβει μέτρα για να παρεμποδίζονται τρίτοι να λάβουν γνώση τους.

2. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του κατόχου των στοιχείων, καθώς και αν το απόρρητο είναι ιδιαίτερα μεγάλης οικονομικής σημασίας, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

3. Αν πρόκειται για στρατιωτικό ή διπλωματικό απόρρητο ή για απόρρητο που αναφέρεται στην ασφάλεια του κράτους, η κατά την παράγραφο 1 πράξη τιμωρείται κατά τα άρθρα 146 και 147.

4. Οι πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 διώκονται ύστερα από έγκληση».

1.6.4. ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ Ή ΧΡΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ, ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ Ή ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ, ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΕΓΚΛΗΣΗ(Άρθρο 370Γ)

«1. Όποιος χωρίς δικαίωμα αντιγράφει ή χρησιμοποιεί προγράμματα υπολογιστών, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μήνες και με χρηματική ποινή «διακοσίων ενενήντα (290) ΕΥΡΩ [100.000 δρχ.] έως πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) ΕΥΡΩ» [2.000.000 δρχ.].

2. Όποιος αποκτά πρόσβαση σε στοιχεία που έχουν εισαχθεί σε υπολογιστή ή σε περιφερειακή μνήμη υπολογιστή ή μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών, εφόσον οι πράξεις αυτές έγιναν χωρίς δικαίωμα, ιδίως με παραβίαση απαγορεύσεων ή μέτρων ασφάλειας που είχε λάβει ο νόμιμος κάτοχός τους, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τρεις μήνες ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον «είκοσι εννέα (29) ΕΥΡΩ» [10.000 δρχ.]. Αν η πράξη αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις ή στην ασφάλεια του κράτους, τιμωρείται κατά το άρθρο 148.

3. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του νόμιμου κατόχου των στοιχείων, η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται μόνο αν απαγορεύεται ρητά από εσωτερικό κανονισμό ή από έγγραφη απόφαση του κατόχου ή αρμόδιου υπαλλήλου του.

4. Οι πράξεις των παραγράφων 1 έως 3 διώκονται ύστερα από έγκληση».

Άρθρο 370Δ

[το παρόν άρθρο, που είχε προστεθεί με την παρ. 1 του άρθρου 31 του ν.

1941/1991 (Α΄ 41/18.3.1991) και εσφαλμένως αριθμηθεί ως άρθρο 370β -σφάλμα, ωστόσο, που διορθώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 1968/1991 (Α΄ 150/11.10.1991)-, καταργήθηκε με την περ. β) της παρ. 9 του άρθρου 33 του ν.2172/1993 (Α΄ 207/16.12.1993)].

1.6.5. Παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας(Άρθρο 371)

«1. Κληρικοί, δικηγόροι και κάθε είδους νομικοί παραστάτες, συμβολαιογράφοι, γιατροί, μαίες, νοσοκόμοι, φαρμακοποιοί και άλλοι στους οποίους κάποιοι εμπιστεύονται συνήθως λόγω του επαγγέλματος τους ή της ιδιότητάς τους ιδιωτικά απόρρητα, καθώς και οι βοηθοί των προσώπων αυτών, τιμωρούνται με χρηματική ποινή ή με φυλάκιση μέχρι ενός έτους αν φανερώσουν ιδιωτικά απόρρητα που τους τα εμπιστεύτηκαν ή που τα έμαθαν λόγω του επαγγέλματός τους ή της ιδιότητάς τους.

2. Όμοια τιμωρείται όποιος, μετά το θάνατο ενός από τα πρόσωπά της παρ. 1, και απ’ αυτή την αιτία γίνεται κάτοχος εγγράφων ή σημειώσεων του νεκρού σχετικών με την άσκηση του επαγγέλματός του, ή της ιδιότητάς του και από αυτά φανερώνει ιδιωτικά απόρρητα.

3. Η ποινική δίωξη γίνεται μόνο με έγκληση.

4. Η πράξη δεν είναι άδικη και μένει ατιμώρητη αν ο υπαίτιος απέβλεπε στην εκπλήρωση καθήκοντός του ή στη διαφύλαξη έννομου ή για άλλο λόγο δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος, δημόσιου ή του ίδιου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά».

Σχόλια.Σκοπός της διάταξης του άρθρου 371 ΠΚ είναι η προστασία ιδιωτικών απορρήτων με την ίδρυση νομικής υποχρέωσης των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό (κληρικοί, δικηγόροι κλπ.) να τηρήσουν σιγή, απειλούμενοι να διωχθούν ποινικά για παράβαση της επαγγελματική εχεμύθειας. Παράλληλα επιδιώκεται και η ενίσχυση της υποχρέωσης ορισμένων επαγγελματιών προς εχεμύθεια, που εξυπηρετεί ευρύτερους κοινωνικούς σκοπούς, όπως π.χ. την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των δικαζόμενων στο δικηγόρο διότι αυτή αποτελεί τη βάση του θεσμού της υπεράσπισης, την οποία ο νομοθέτης έχει αναγάγει, στις ποινικές δίκες ιδίως, σε κοινωνικό λειτούργημα, καθόσον μάλιστα εξυπηρετεί το κοινωνικό συμφέρον κατά την αναζήτηση της αλήθειας. Ή, ακόμη, την εμπιστοσύνη στον κληρικό κατά την εξομολόγηση, που αποτελεί παιδαγωγικό μέσο, που αποσκοπεί στην ηθικοποίηση του ατόμου και της κοινωνίας και για ανάλογους λόγους τα λοιπά επαγγέλματα.

Ο νόμος αξιώνει από τα παραπάνω πρόσωπα να φυλάσσουν τα απόρρητα που μαθαίνουν από την άσκηση του επαγγέλματός τους, διότι το κοινό έχει ανάγκη τις συμβουλές τους και δεν μπορεί να τις στερηθεί χωρίς να υποστεί βλάβη στα υλικά ή πνευματικά του συμφέροντα. Οι ασκούντες άλλα επαγγέλματα (π.χ. πωλήσεις τροφίμων, ενδυμάτων, κλπ.) έχουν με τους πελάτες τους απλώς σχέσεις συναλλαγής κατά τις οποίες οι πελάτες τους δεν τους αποκαλύπτουν απόρρητα, ενώ π.χ. ο γιατρός και ο δικηγόρος δεν μπορούν να δώσουν ορθές συμβουλές αν ο πελάτης τους δεν τους αποκαλύψει την πλήρη αλήθεια και, συνεπώς, το ιδιωτικό απόρρητο (π.χ. σχέσεις με τρίτα πρόσωπα, οικονομικά μυστικά κλπ.).

Υποκείμενα του αδικήματος είναι όλα τα πρόσωπα στα οποία οι τρίτοι εμπιστεύονται, λόγω τουεπαγγέλματός τουςή λόγωτης ιδιότητάς τους, ιδιωτικά απόρρητα. Τέτοια πρόσωπα είναι ενδεικτικά οι κληρικοί, οι δικηγόροι και οι παντός είδους νομικοί παραστάτες (π.χ. γνωμοδοτούντες νομομαθείς, δικολάβοι), συμβολαιογράφοι, γιατροί, μαίες, νοσοκόμοι, φαρμακοποιοί, ένορκοι, δημοσιογράφοι αλλά και οι βοηθοί των παραπάνω, όπως π.χ. γραμματείς, δακτυλογράφοι, βοηθοί ιατρών φοιτητές, εθελοντές αδελφές, νοσοκόμοι κλπ., ασκούμενοι δικηγόροι, οι γραμματείς τους, οι βοηθοί συμβολαιογράφων και φαρμακοποιών, η σύζυγος του γιατρού που τον βοηθάει, όχι όμως οι υπηρέτες, καθαρίστριες, οδηγοί αγγελιαφόροι.

Τα υποκείμενα του αδικήματος δεν απαιτείται να είναι διορισμένα ή να έχουν άδεια προς άσκηση κάποιου επαγγέλματος διότι υπάρχουν και πρόσωπα τα οποία, χωρίς να έχουν διοριστεί ή να έχουν άδεια, ασκούν κάποιο επάγγελμα, όπως π.χ. δικολάβοι, νομομαθείς που δεν είναι δικηγόροι, διευθυντές και υπάλληλοι νοσοκομείων, υπάλληλοι τραπεζών, οι διατηρούντες γραφεία συνοικεσίων ή ινστιτούτα καλλονής και οι υπάλληλοι αυτών, τεχνικοί σύμβουλοι κλπ.

Τα πρόσωπα αυτά είναι υποκείμενα του αδικήματος, εφόσον οι τρίτοι τους εμπιστεύονται τα ιδιωτικά απόρρηταχάριν του επαγγέλματός τους ή της ιδιότητάς τους. Με τον όρο «ιδιότητα», ο νόμος εννοεί την περίπτωση που ορισμένη ενέργεια γίνεται από κάποιον όχι κατ’ επάγγελμα. Π.χ. όταν ο αξιωματικός του στρατού παρίσταται ως συνήγορος κατηγορουμένου ενώπιον στρατοδικείου, τότε ενεργεί με την ιδιότητά του ως νομικός παραστάτης και όχι ως ασκών το επάγγελμά του, δηλαδή τα υπηρεσιακά του καθήκοντα ως στρατιωτικός. Το ίδιο και όταν ένας εργαζόμενος παρίσταται στο δικαστήριο ως πληρεξούσιος συναδέλφου του, που ασκεί το ίδιο είδος επαγγέλματος, για τη νομική εκπροσώπησή και υποστήριξή του (άρθρο 665 ΚΠολΔ).

Το αδίκημα του άρθρου 371 διώκεται με έγκληση, την οποία δικαιούται να ασκήσει ο εμπιστευθείς το απόρρητο και ο ενδιαφερόμενος να μη φανερωθεί αυτό.

Η υποχρέωση των παραπάνω προσώπων για τήρηση εχεμύθειας αίρεται (=καταργείται, παύει να ισχύει), οπότε η παραβίαση μένει ατιμώρητη, στην περίπτωση που επιβάλλεται σ’ αυτά η ανακοίνωση του απορρήτου προς εκπλήρωση καθήκοντος ή στη διαφύλαξη έννομου ή για άλλο λόγο δικαιολογημένου ουσιώδους συμφέροντος, δημόσιου ή του ίδιου ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Π.χ. όταν ο δικηγόρος ή ο γιατρός ενάγει στα δικαστήρια τον πελάτη του για την καταβολή της δικηγορικής ή ιατρικής αμοιβής. Ή, ακόμα, όταν ο γιατρός καταθέτει ως μάρτυρας στο δικαστήριο προκειμένου να αμυνθεί κατά της εναντίον του κατηγορίας ότι προκάλεσε το θάνατο του ασθενούς από ιατρική αμέλεια. Επίσης η αναγγελία από γιατρό επιδημικής νόσου που διέγνωσε σε πελάτη του ασθενή, προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία.

1.7. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

1.7.1.Αρπαγή(Άρθρο 322)

«Όποιος με απάτη ή βία, ή με την απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκαστεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, τιμωρείται: α) με ισόβια κάθειρξη αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του άρθρου 157 παρ.1, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών σε κάθε άλλη περίπτωση».

Σχόλια.Αρπαγή, κατά τον Ποινικό Κώδικα, είναι η απαγωγή ή η παράνομη κατακράτηση και ιδίως η κατάσταση ομηρίας ή άλλη παρόμοια κατάσταση στέρησης της ελευθερίας στην οποία περιέρχεται κάποιος, ύστερα από βία ή απειλή βίας που μετέρχεται ο δράστης, έτσι ώστε να αποστερείται ο συλλαμβανόμενος από την προστασία της Πολιτείας.

Στοιχεία του αδικήματος της αρπαγής είναι τα εξής:

α) Η υπαγωγή του αρπαγέντος υπό την φυσική εξουσία του δράστη, έτσι ώστε ο αρπαγείς να στερείται την προστασία της Πολιτείας. Δηλαδή το θύμα της αρπαγής στερείται την προστασία της Πολιτείας σαν οργανωμένης εκτελεστικής εξουσίας που με το διοικητικό μηχανισμό της, κυρίως τον αστυνομικό, προστατεύει μεταξύ πολλών άλλων και την ελευθερία κίνησης και παραμονής μας στο χώρο. Αυτό συμβαίνει επί απαγωγής, παράνομης κατακράτησης και ιδίως επί ομηρίας, καταστάσεις που προσβάλλουν την ιδιότητα του ανθρώπου, μετατρέποντάς τον σε πράγμα, που αποστερείται από τη θεσμοθετημένη αναγνώρισή του σαν υποκείμενο δικαίου.

Με τον όρο «απαγωγή», ειδικότερα, νοείται η απομάκρυνση του παθόντος από τον τόπο που βρίσκεται, ακόμα και σε μικρή απόσταση απ’ αυτόν, έτσι ώστε να δημιουργείται κατάσταση εξουσίασης του απαχθέντος από τον απαγωγέα, και εκ τούτου στέρηση της ελευθερίας του.

β) Αντικείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι κάθε πρόσωπο, ανεξαρτήτως ιδιότητας ή ηλικίας, εξαιρουμένων των ανηλίκων που υπάγονται στην ιδιαίτερη προστασία του άρθρου 324 ΠΚ (αρπαγή ανηλίκων).

γ) Μέσα τέλεσης του αδικήματος είναιη απάτη, ηβίαήη απειλή βίας. Με τηναπάτη, εννοούμε κάθε πράξη του δράστη με την οποία παραπλανάται ο αρπαγείς, ώστε να υπάγεται στη φυσική εξουσία του δράστη χωρίς αντίσταση. Με τηβία, εννοούμε τη χρήση σωματικής βίας ή άλλων ναρκωτικών μέσων, έτσι ώστε ο αρπαγείς να περιέρχεται σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας για αντίσταση. Η απάτη ή η βία μπορεί να κατευθύνονται όχι μόνο κατά του αρπαγέντος αλλά και κατά των προσώπων που τον φυλάσσουν ή βοηθούν πρόσωπο ανίκανο να αυτοσυντηρηθεί, όπως π.χ. κατά των γονέων, των δικαστικών συμπαραστατών κλπ. Δεν απαιτείται απομάκρυνση του αρπαγέντος από τον τόπο που διέμενε. Εννοείται ότι αν ο συλλαμβανόμενος συναινεί στην αρπαγή του, δεν πραγματώνεται το αδίκημα.

1.7.2. Αναγκαστική εξαφάνιση προσώπου(Άρθρο 322Α)

(Το παρόν άρθρο ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του ν. 4268/2014 (Α΄ 141/27.6.2014).«Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για την προστασία όλων των προσώπων από αναγκαστική εξαφάνιση και προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις»).

«1. Όποιος τελεί αναγκαστική εξαφάνιση τιμωρείται με κάθειρξη.

2. Ως αναγκαστική εξαφάνιση θεωρείται η σύλληψη, η κράτηση, η αρπαγή ή οποιαδήποτε άλλη μορφή στέρησης της ελευθερίας από όργανα του Κράτους ή από πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που ενεργούν με την άδεια, υποστήριξη ή συναίνεση του Κράτους, η οποία ακολουθείται από άρνηση παραδοχής της στέρησης της ελευθερίας ή από απόκρυψη της τύχης ή του τόπου όπου βρίσκεται το εξαφανισμένο πρόσωπο, γεγονός το οποίο θέτει το πρόσωπο εκτός της προστασίας του νόμου.

3. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ένας ιεραρχικά ανώτερος, ο οποίος:

α) Γνώριζε ή συνειδητά παρέβλεπε πληροφορίες, οι οποίες παρείχαν σαφείς ενδείξεις ότι ιεραρχικά κατώτεροι, που ευρίσκονταν υπό την ουσιαστική εξουσία και τον έλεγχό του, τελούσαν ή επρόκειτο να τελέσουν ένα έγκλημα αναγκαστικής εξαφάνισης, ή

β) ασκούσε ουσιαστική ευθύνη και έλεγχο επί των δραστηριοτήτων που σχετίζονταν με το έγκλημα της αναγκαστικής εξαφάνισης και δεν έλαβε όλα τα αναγκαία και εύλογα μέτρα, εντός της εξουσίας του, για την πρόληψη ή την καταστολή της τέλεσης μίας αναγκαστικής εξαφάνισης ή για την παραπομπή του ζητήματος στις αρμόδιες αρχές προς έρευνα και ποινική δίωξη.»

Σχόλια.Σκοπός του ν.4268/2014 (με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του οποίου προστέθηκε το άρθρο 322Α ΠΚ)είναι η κύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την προστασία όλων τωνπροσώπων από την αναγκαστική εξαφάνιση και η ενσωμάτωση της στην ελληνική έννομη τάξη. Η Διεθνής αυτήΣύμβαση υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. στις 20 Δεκεμβρίου του 2006, πρόκριμα δε αυτήςαποτέλεσε η Διακήρυξη για την Προστασία όλων των Προσώπων από την Αναγκαστική Εξαφάνιση που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. με την απόφαση 47/133 της 18ης Δεκεμβρίου 1992.

Το έγκλημα της αναγκαστικής (βίαιης) εξαφάνισης (enforced disappearance) αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 του καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, που κυρώθηκε με το ν. 3003/2002 (Α΄ 75) και στο άρθρο 8 περίπτωση ζ΄ του ν. 3948/2011 (Α΄ 71) με τον οποίον προσαρμόστηκαν οι διατάξεις του καταστατικού αυτού στο εσωτερικό δίκαιο. Στα νομοθετικά αυτά κείμενα προτιμήθηκε ο όρος βίαια εξαφάνιση, αντί του όρου αναγκαστική εξαφάνιση. Στο κείμενο του νόμου αυτού προτιμήθηκε η χρήση του όρου αναγκαστική εξαφάνιση, ως σαφέστερη και ειδικότερη, διότι ο όρος αυτός αποτελεί ειδικότερο όρο από το γενικό της βίαιης εξαφάνισης και με αυτόν τονίζεται ότι η εξαφάνιση αυτή δεν είναι γενικά αποτέλεσμα βίας κατά προσώπου, αλλά επιβάλλεται κατά προσώπου από κρατικές ομάδες ή ομάδες σχετιζόμενες με το κράτος και εξ αυτού του λόγου τίθεται αυτό εκτός προστασίας του νόμου.

1.7.3.«Διακεκριμένες περιπτώσεις(Άρθρο 322Β)

(Το παρόν άρθρο ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 4268/2014 (Α΄ 141/27.6.2014).

«1. Οι πράξεις του προηγούμενου άρθρου τιμωρούνται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών: α) αν ο υπαίτιος ως προϊστάμενος έδωσε την εντολή τέλεσής τους ή β) αν η τέλεσή τους έχει ως θύματα εγκύους, ανηλίκους ή άτομα με αναπηρία ποσοστού από 67% και άνω ή γ) αν έχουν ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη του θύματος.

2. Αν οι πράξεις του προηγούμενου άρθρου επέφεραν το θάνατο του θύματος, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη».

1.7.4. «Γενικές διατάξεις.Συνεισφορά στον εντοπισμό του εξαφανισμένου, ελαττωμένη ποινή, αποζημίωση κλπ.(Άρθρο 322Γ)

(Το παρόν άρθρο ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΕ με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του ν. 4268/2014 (Α΄ 141/27.6.2014).

«1. Όποιος, έχοντας εμπλακεί στην τέλεση μιας αναγκαστικής εξαφάνισης, συνεισφέρει ουσιαστικά στον εντοπισμό του εξαφανισμένου προσώπου εν ζωή ή καθιστά δυνατή τη διαλεύκανση υποθέσεων αναγκαστικής εξαφάνισης ή τον εντοπισμό των δραστών μιας αναγκαστικής εξαφάνισης, τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ).

2. Η καταδίκη για τις πράξεις των άρθρων 322Α και 322Β σε ισόβια κάθειρξη συνεπάγεται αυτοδικαίως τη διαρκή αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του καταδικασμένου, ενώ η καταδίκη σε πρόσκαιρη κάθειρξη συνεπάγεται πενταετή τουλάχιστον αποστέρηση.

3. Προσταγή προϊσταμένου, που αφορά στις πράξεις των άρθρων 322Α και 322Β ουδέποτε αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα τους.

4. Σε περίπτωση που οι πράξεις των άρθρων 322Α και 322Β, τελούνται υπό καθεστώς σφετερισμού του δημοκρατικού πολιτεύματος, η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία.

5. Ο παθών από τις πράξεις των άρθρων 322Α και 322Β δικαιούται να απαιτήσει από τον δράστη και από το Δημόσιο, οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον, αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη, και χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη».

1.7.5. Εμπόριο δούλων(Άρθρο 323)

(Σύμφωνα με την περ. ι του άρθρου 1 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212/23.8.2005), θύμα εμπορίας ανθρώπων, είναι το φυσικό πρόσωπο που κατέστη θύμα των εγκλημάτων, τα οποία προβλέπονται στο π α ρ ό ν άρθρο και στα άρθρα 323 Α, 349, 351 και 351 Α του παρόντος κώδικα ανεξάρτητα από το εάν έχει εισέλθει στη Χώρα νόμιμα ή παράνομα).

«1. Όποιος ενήργησε εμπόριο δούλων τιμωρείται με κάθειρξη.

2. Το εμπόριο δούλων περιλαμβάνει κάθε πράξη σύλληψης, απόκτησης και διάθεσης ενός ατόμου, η οποία σκοπεύει να το κάνει δούλο, κάθε πράξη απόκτησης δούλου με σκοπό τη μεταπώληση ή την ανταλλαγή του, την πράξη της παραχώρησης με πώληση ή την ανταλλαγή αποκτημένου δούλου και γενικά κάθε πράξη εμπορίου ή μεταφοράς δούλων.

3. Όποιος αναλαμβάνει οποιαδήποτε υπηρεσία σε πλοίο, εν γνώσει ότι το πλοίο προορίζεται για διενέργεια εμπορίου δούλων ή ότι χρησιμοποιείται ήδη γι’ αυτό το σκοπό, καθώς και όποιος παραμένει με τη θέλησή του στην υπηρεσία αυτή εν γνώσει του ανωτέρω προορισμού του πλοίου ή της χρησιμοποίησής του για τέτοιο σκοπό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

4. Όποιος συντέλεσε άμεσα ή έμμεσα στη ναύλωση πλοίου εν γνώσει ότι η ναύλωση αποβλέπει στη διενέργεια εμπορίου δούλων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

5. Όποιος μεταφέρει από έναν τόπο σε άλλον δούλους, χωρίς σκοπό να τους εμπορευθεί, αλλά και χωρίς η μεταφορά να γίνεται με σκοπό την απελευθέρωσή τους, τιμωρείται με φυλάκιση.

6. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο ιδιοκτήτης και ο πλοίαρχος του πλοίου, με το οποίο εν γνώσει τους [θα γινόταν] τέτοια μεταφορά δούλων».

1.7.6. Εμπορία ανθρώπων(Άρθρο 323Α)

(Το παρόν άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3064/2002 (Α΄ 248/15.10.2002).- Σύμφωνα με την περ. ι του άρθρου 1 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212/23.8.2005), θύμα εμπορίας ανθρώπων, είναι το φυσικό πρόσωπο που κατέστη θύμα των εγκλημάτων, τα οποία προβλέπονται στο π α ρ ό ν άρθρο και στα άρθρα 323, 349, 351 και 351 Α του παρόντος κώδικα ανεξάρτητα από το εάν έχει εισέλθει στη Χώρα νόμιμα ή παράνομα. – H παρ. 6 του παρόντος προστέθηκε με την παρ. 4 του ν. 3625/2007 ΦΕΚ Α 290/24.12.2007 – Οι παρ. 1 και 3 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ. 4 του άρθρου δεύτερου του ν. 3875/2010 (Α΄ 158/20.9.2010). – Η περ. α της παρ. 4 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου δεύτερου του ν. 3875/2010 (Α΄ 158/20.9.2010). – Στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μετά τις λέξεις «με σκοπό την αφαίρεση» προστίθεται η λέξη «κυττάρων» σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν. 3984/2011 ΦΕΚ Α 150/27.6.2011. Η παρ. 1 και η παρ. 4 του παρόντος τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 3 και 4 αντίστοιχα του ν. 4198/2013 ΦΕΚ Α 215/11.10.2013).

«1. Όποιος, με τη χρήση βίας, απειλής βίας ή άλλων εξαναγκαστικών μέσων, με επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας ή με απαγωγή, προσλαμβάνει, μεταφέρει, προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο, με σκοπό την αφαίρεση κυττάρων, ιστών ή οργάνων του σώματός του ή για να εκμεταλλευτεί ο ίδιος ή άλλος την εργασία ή την επαιτεία του, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ.»

2. Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να επιτύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του, με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων.

«3. Όποιος εν γνώσει δέχεται την εργασία προσώπου, το οποίο τελεί υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στις παραγράφους 1 και 2, ή τα έσοδα από την επαιτεία του προσώπου αυτού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών».

«4. Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη:

α) στρέφεται κατά ανηλίκου ή ατόμου σωματικώς ή διανοητικώς ανάπηρου, β) τελείται κατ’ επάγγελμα, γ) τελείται από υπάλληλο ο οποίος κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή επωφελούμενος από την ιδιότητά του αυτή διαπράττει ή συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στην πράξη ή δ) είχε ως αποτέλεσμα την ιδιαίτερα σοβαρή βλάβη της υγείας του παθόντος ή εξέθεσε τη ζωή αυτού σε σοβαρό κίνδυνο.»

5. Όποιος χρησιμοποιεί τα μέσα των παραγράφων 1 και 2 για να στρατολογήσει ανήλικο με σκοπό τη χρησιμοποίησή του σε ένοπλες συγκρούσεις τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ.»

«6. Με ισόβια κάθειρξη τιμωρείται ο υπαίτιος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο».

1.7.7.Εμπορία ανθρώπων(σεξουαλικός τουρισμός)(Άρθρο 323Β)

«Διενέργεια ταξιδιών με σκοπό από τους μετέχοντες σε αυτά την τέλεση συνουσίας ή άλλων ασελγών πράξεων σε βάρος ανηλίκου(Το παρόν άρθρο προστέθηκε με το νόμο 3625/2007 ΦΕΚ Α 290/24.12.2007)

«Όποιος οργανώνει, χρηματοδοτεί, κατευθύνει, εποπτεύει, διαφημίζει ή μεσολαβεί με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο σε διενέργεια ταξιδιών με σκοπό από τους μετέχοντες σε αυτά την τέλεση συνουσίας ή άλλων ασελγών πράξεων σε βάρος ανηλίκου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όποιος με τον παραπάνω σκοπό μετέχει σε ταξίδια του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ανεξάρτητα από την ευθύνη του για την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων».

1.7.8.Αρπαγή ανηλίκων(Άρθρο 324)

«1. Όποιος αφαιρεί ανήλικο από τους γονείς, τους επιτρόπους ή από οποιονδήποτε δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του ή όποιος υποστηρίζει την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των παραπάνω προσώπων τιμωρείται με φυλάκιση. Αν ο ανήλικος από τη στέρηση της επιμέλειας διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο ζωής ή βαριάς βλάβης της υγείας του, ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους.

2. Αν ο ανήλικος δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα χρόνια του, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εκτός αν η πράξη τελέστηκε από ανιόντα, οπότε εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος. Σε κάθε περίπτωση που ο υπαίτιος τέλεσε την πράξη από κερδοσκοπία ή με το σκοπό να μεταχειριστεί τον ανήλικο σε ανήθικες ασχολίες ή να επιτύχει τη μεταβολή της οικογενειακής τάξης του ανηλίκου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

3. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων είχε σκοπό να εισπράξει λύτρα ή να εξαναγκάσει σε πράξη ή παράλειψη, επιβάλλεται κάθειρξη. Στην περίπτωση που ο δράστης με τη θέλησή του και προτού εκπληρωθεί οποιοσδήποτε όρος ή αξίωσή του απελευθέρωσε και απέδωσε υγιή και σώο τον ανήλικο επιβάλλεται φυλάκιση».

1.7.9. Παράνομη κατακράτηση(Άρθρο 325)

«Όποιος με πρόθεση κατακρατεί άλλον χωρίς τη θέλησή του ή του στερεί με άλλον τρόπο την ελευθερία της κίνησής του τιμωρείται με φυλάκιση και αν η κατακράτηση διήρκεσε μακρό χρονικό διάστημα, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών».

Σχόλια. Ένοχος παράνομης κατακράτησης είναι όποιος με πρόθεση παρανόμως κατακρατεί άλλον χωρίς τη θέλησή του ή του στερεί με άλλον τρόπο την ελευθερία της κίνησής του.

Η παράνομη κατακράτηση διακρίνεται σε κοινή (άρθρο 325 ΠΚ) και σε κατακράτηση παρά το Σύνταγμα (βλ. παρακάτω άρθρο 326 ΠΚ)

Με την παράνομη κατακράτηση (325 ΠΚ) προστατεύεται η προσωπική ελευθερία σε σχέση με την ελεύθερη κίνηση στο χώρο, όπως π.χ. τη μετάβαση κάποιου από τόπο σε τόπο ή από θέση σε θέση του ανά πάσα χρονική στιγμή.

Στοιχεία της παράνομης κατακράτησης είναι τα εξής:

α)Υποκείμενοτου εγκλήματος είναι καθένας και μάλιστα όχι μόνο ιδιώτης αλλά και δημόσιος υπάλληλος, ακόμη κι αυτός που έχει καθήκον και αρμοδιότητα να προβαίνει σε κρατήσεις (π.χ. ο αστυνομικός), εφόσον η κράτηση είναι παράνομη.

β)Αντικείμενοτου εγκλήματος είναι κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία, γένος, κοινωνική τάξη, φυλή κλπ. Το νήπιο και ο παράφρων δεν μπορούν να είναι αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς και όσοι άλλοι δεν μπορούν να εκδηλώσουνείτε αυτοπροσώπως είτε δι’ άλλου(όπως π.χ. οι παράλυτοι και οι ανίκανοι να μετακινηθούν λόγω ασθένειας) βούληση μεταβολής της διαμονής τους, δηλαδή βούληση αυτοπροαίρετης κίνησης. Αντίθετα, πρόσωπα που έχουν στερηθεί το δικαίωμα ελεύθερης κίνησης (π.χ. φυλακισμένοι), μπορούν να είναι αντικείμενα του εγκλήματος, όταν π.χ. δεσμεύεται παρανόμως ένας κρατούμενος στο κελί του ή δεν του επιτρέπεται η έξοδος από το κελί του

γ)Η παρεμπόδιση του ατόμου να κινηθεί ελεύθερα στο χώρο με τη βούλησή του. Συνεπώς αν δεν προϋπάρχει στον κατακρατούμενο βούληση απομάκρυνσης από τον τόπο που βρίσκεται, δεν υπάρχει αδίκημα παράνομης κατακράτησης, όπως π.χ. συμβαίνει με τον κοιμώμενο ή τον βαριά μεθυσμένο, εκτός αν η κατακράτησή τους έγινε με δόλο ώστε η ελεύθερη κίνησή τους στο χώρο να παρεμποδιστεί μετά την πάροδο της μέθης ή του ύπνου. Συνεπώς, από τη στιγμή που θα εκδηλωθεί παρόμοια βούληση, αρχίζει η παράνομη κατακράτηση.

δ) Η παραπάνω παρεμπόδιση να γίνεται μεκατακράτησηή μεστέρηση με άλλο τρόποτης ελευθερίας κίνησής του. Ειδικότερα:

Με τον όροκατακράτησηεννοούμε τον περιορισμό κάποιου σε κλειστό χώρο από τον οποίο αδυνατεί αυτός να εξέλθει, αδιάφορα από το είδος του κλειστού χώρου. Π.χ. η κατακράτηση σε περίφρακτο χώρο με αποκλεισμό της εξόδου απ’ αυτόν, αν υπάρχει μεν ανοικτή έξοδος αλλά είναι άγνωστη στον κατακρατούμενο ή φυλάσσεται από τον δράστη ή η διαφυγή απ’ αυτή τον εκθέτει σε κίνδυνο. Ακόμη και ο οδηγός λεωφορείου όταν εκ προθέσεως αρνείται σε επιβάτη να εξέλθει στην επιλεγείσα στάση και τον αποβιβάζει στην επόμενη. Αρκούν και ηθικά εμπόδια, π.χ. με αφαίρεση ενδυμάτων από τον λουόμενο ιδιαίτερα α είναι γυναίκα.

Με τηστέρηση με άλλο τρόποτης ελευθερίας κίνησης εννοούμε την παρεμπόδιση της ελεύθερης στο χώρο κίνησης του κατακρατούμενου είτε με μηχανικά εμπόδια (π.χ. με πρόσδεσή του ή με σωματική βία) είτε με ψυχολογική επίδραση (π.χ. με εξαναγκασμό κάποιου με απειλές να μη φύγει απ’ τον τόπο που βρίσκεται).

ε)Η κατακράτηση να είναι παράνομη, δηλαδή να τελείται χωρίς νόμιμο δικαίωμα ή χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις του νόμου. Επομένως, όταν κατακρατείται κάποιος από τον ασκούντα το καθήκον του στο πλαίσιο μιας δημόσιας υπηρεσίας δεν διαπράττει το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης. Π.χ. η σύλληψη προσώπου από αστυνομικό με ένταλμα που έχει εκδοθεί νόμιμα, η σύλληψη προσώπου από τον δικαστικό επιμελητή λόγω επιβληθείσης προσωπικής κράτησης με δικαστική απόφαση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η κατακράτηση από τον γονέα του ανήλικου τέκνου λόγω ενάσκησης νομίμου δικαιώματος για το σωφρονισμό του κλπ.

στ) Απαιτείταιδόλοςτου δράστη που συνίσταται στη θέλησή του να κατακρατήσει το θύμα εν γνώσει της παρανομίας της πράξης του και της μη συναίνεσης του θύματος. Επομένως, το αδίκημα δεν τελείται εξ αμελείας, π.χ. εργοστασιάρχης εξερχόμενος από το εργοστάσιο εγκλείει σ’ αυτό εργάτη, πιστεύοντας ότι έχουν εξέλθει όλοι οι εργαζόμενοι απ’ αυτό.

1.7.10.Κατακράτηση παρά το Σύνταγμα(Άρθρο 326)

«Όποιος παραβαίνει μια από τις διατάξεις του άρθρου 6 του Συντάγματος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών».

Σχόλια. Ένοχος της κατακράτησης παρά το Σύνταγμα είναι όποιος παραβιάζει μια από τις διατάξεις τουάρθρου 6 του Συντάγματος, που έχει ως εξής:

«1. Κανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα, που πρέπει να επιδοθεί τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη ή η προφυλάκιση. Εξαιρούνται τα αυτόφωρα εγκλήματα.

2. Όποιος συλλαμβάνεται για αυτόφωρο έγκλημα ή με ένταλμα προσάγεται στον αρμόδιο ανακριτή το αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη σύλληψη, αν όμως η σύλληψη έγινε έξω από την έδρα του ανακριτή, η προσαγωγή γίνεται μέσα στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη μεταγωγή του. Ο ανακριτής οφείλει, μέσα σε τρεις ημέρες από την προσαγωγή, είτε να απολύσει τον συλληφθέντα, είτε να εκδώσει ένταλμα φυλάκισης. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται για δύο ημέρες, αν το ζητήσει αυτός που έχει προσαχθεί, ή σε περίπτωση ανώτερης βίας που βεβαιώνεται αμέσως με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.

3. Όταν περάσει άπρακτη καθεμία από τις δύο αυτές προθεσμίες, κάθε δεσμοφύλακας ή άλλος, είτε πολιτικός υπάλληλος είτε στρατιωτικός, στον οποίο έχει ανατεθεί κράτηση εκείνου που έχει συλληφθεί, οφείλει να τον απολύσει αμέσως. Οι παραβάτες τιμωρούνται για παράνομη κατακράτηση και υποχρεούνται να επανορθώσουν κάθε ζημία που έγινε στον παθόντα και να τον ικανοποιήσουν για ηθική βλάβη με χρηματικό ποσό, όπως νόμος ορίζει.

4. Νόμος ορίζει το ανώτατο όριο διάρκειας της προφυλάκισης, που δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος στα κακουργήματα και τους έξι μήνες στα πλημμελήματα. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις τα ανώτατα αυτά όρια μπορούν να παραταθούν για έξι και τρεις μήνες, αντίστοιχα, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.

«Απαγορεύεται η υπέρβαση των ανώτατων ορίων της προφυλάκισης με τη διαδοχική επιβολή του μέτρου αυτού για επί μέρους πράξεις της ίδιας υπόθεσης»».

1.7.11.Ακούσια απαγωγή(Άρθρο 327)

«1. Όποιος με σκοπό το γάμο ή την ακολασία απάγει ή κατακρατεί παράνομα (άρθρ. 325) γυναίκα χωρίς τη θέλησή της ή γυναίκα που έχει διαταραγμένη νόηση ή είναι ανίκανη να αντισταθεί λόγω απώλειας της συνείδησης ή διανοητικής ατέλειας ή για άλλο λόγο, τιμωρείται αν τέλεσε την πράξη αυτή με σκοπό το γάμο, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν τη διέπραξε με σκοπό την ακολασία, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

2. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση».

1.7.12. Εκούσια απαγωγή(Άρθρο 328)

«1. Όποιος απάγει ή κατακρατεί με σκοπό το γάμο ή την ακολασία άγαμη και ανήλικη γυναίκα με τη θέλησή της, χωρίς όμως τη συγκατάθεση των προσώπων που την έχουν στην εξουσία τους ή που έχουν σύμφωνα με το νόμο το δικαίωμα να φροντίζουν για το πρόσωπό της τιμωρείται, αν τέλεσε την πράξη αυτή με σκοπό το γάμο, με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, αν με σκοπό την ακολασία, με φυλάκιση.

2. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση».

1.7.13. Γενική ΔιάταξηΑΣΚΗΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ ΣΤΗΝ ΑΚΟΥΣΙΑ Ή ΑΚΟΥΣΙΑ ΑΠΑΓΩΓΗ(Άρθρο 329)

«Αν στις περιπτώσεις των άρθρων 327 και 328 τελέστηκε με τη γυναίκα που έχει απαχθεί ο γάμος στον οποίο απέβλεπε η απαγωγή, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο μετά την ακύρωσή του».

1.7.14. Παράνομη βία(Άρθρο 330)

«Όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του».

Σχόλια. Παράνομη βία είναι ο εξαναγκασμός άλλου, που γίνεται με χρήση σωματικής βίας ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, ώστε να επιχειρήσει πράξη, παράλειψη ή ανοχή που δεν έχει υποχρέωση.Π.χ. ο Α απειλεί τον Β να του δώσει το πορτοφόλι του γιατί θα τον σκοτώσει.

Αντικείμενο του αδικήματος αυτού είναι η ελευθερία του ατόμου να ενεργήσει σύμφωνα με τη βούλησή του. Το έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο, όταν ο εξαναγκαζόμενος προβεί στην σκοπούμενη από το δράστη πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Σωματική βία είναι η επιβολή υλικής δύναμης στον εξαναγκαζόμενο προς εξουδετέρωση της προβαλλόμενης ή αναμενόμενης αντίστασης. Η υλική δύναμη μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο με τη χρήση μυϊκής δύναμης του δράστη αλλά και με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, π.χ. με ερεθισμό ενός ζώου, με ηλεκτρικό ρεύμα κλπ. Είναι αδιάφορο αν ο εξαναγκαζόμενος μπορούσε να αποφύγει τον εξαναγκασμό με βοήθεια της αρχής ή με φυγή ή με σθεναρή αντίσταση. Η βία μπορεί να ασκηθεί και με παράλειψη ( π.χ. με μη παροχή τροφής ή νερού) και μπορεί να απευθύνεται κατά πραγμάτων, εφόσον θίγεται σωματικώς ο εξαναγκαζόμενος, όπως π.χ. όταν ο ιδιοκτήτης και εκμισθωτής αφαιρεί τις θύρες και τα παράθυρα του μισθίου διαμερίσματος, ώστε να αναγκαστεί ο μισθωτής να το εγκαταλείψει.

Απειλή είναι η προαγγελία ενός κακού που μπορεί να αφορά επικείμενη σωματική βλάβη ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη.

Απειλή σωματικής βίας είναι εκείνη με την οποία απειλείται βίαιη ενέργεια, όταν ο απειλούμενος δεν υποκύψει στην απειλή . Μπορεί να είναι και λόγια ή πράξεις ή να τεκμαίρεται από τον τρόπο ή τη συμπεριφορά, π.χ. με επίδειξη πιστολιού, ύψωση ράβδου, άσκοπους πυροβολισμούς κλπ.

Στον όρο «άλλες παράνομες πράξεις» περιλαμβάνονται π.χ. οι εκφοβιστικές βολές, η απειλή απόλυσης από την υπηρεσία, ή λύση της σύμβασης εργασίας, ότι ο εξαναγκαζόμενος θα γραφτεί στο «μαύρο πίνακα», η απειλή δημοσίευσης ορισμένων γεγονότων, ο εξαναγκασμός γυναίκας από τον εργοδότη να υποκύψει στις ερωτικές επιθυμίες του για να την προσλάβει στην υπηρεσία ή εργασία κλπ.

Απαιτείται και δόλος του δράστη, που συνίσταται στο ότι ο δράστης πρέπει να ξέρει ότι η απειλούμενη πράξη ή παράλειψη είναι παράνομη και να θέλει έτσι να εξαναγκάσει τον άλλο να πράξει ή να παραλείψει ή να ανεχθεί κάτι που δεν υποχρεούται (ΑΠ 1347/84).

Ειδική περίπτωση παράνομης βίας αποτελεί και η «Αντίσταση» (άρθρο 167 ΠΚ) που εξετάζεται στο κεφάλαιο «ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ» διότι αποσκοπεί στην προστασία ειδικότερα της δημόσιας αρχής και των υπαλλήλων της, βλ. παρακάτω υπό 1.8.).

Για τις διαφορές απειλής – παράνομης βίας Βλ. παρακάτω υπό 1.7.17. στοιχ. 3.

1.7.15Αυτοδικία(Άρθρο 331)

«Όποιος ασκεί αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται, τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση».

Σχόλια.Αυτοδικία είναι η αυθαίρετη επιδίωξη της πραγμάτωσης ενός δικαιώματος, δηλαδή χωρίς την τήρηση της νόμιμης δικαστικής οδού, είτε το δικαίωμα αυτό υπάρχει στην πραγματικότητα είτε ο δράστης πιστεύει ότι υπάρχει. Π.χ. Η αυθαίρετη τοποθέτηση ξύλινων πασσάλων με συρματοπλέγματα στον αγρό του γείτονα, προβάλλοντας ο δράστης δικά του δικαιώματα (ΑΠ. 461/81 ΠΧρ. ΛΑ΄ 698).

«Οικειοποιείται» σημαίνει να αποκαταστήσει κάποιος μόνος του το δικαίωμά του. «Αυθαίρετα» ενεργεί ο υπαίτιος όταν πράττει κατά παράλειψη της δικαστικής οδού.

Υποκείμενο του αδικήματος είναι ο δικαιούμενος να ασκήσει ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου αγωγή για την αξίωσή του περί της οποίας υπάρχει αμφισβήτηση και περί της οποίας δεν έγινε ακόμη δίκη ή υπάρχει δίκη εκκρεμής. Συνεπώς, αυθαίρετη είναι η ενέργεια και όταν κάποιος προσέφυγε μεν στο δικαστήριο δεν ανέμενε όμως την απόφασή του.

Παραδείγματα: Αυτοδύναμη κατάληψη αγρού και συλλογή των ελαιοκάρπων εντός αυτού (ΑΠ 31/68 ΠΧρ. ΙΗ΄209), καταστροφή και αφαίρεση πασσάλων και συρματοπλεγμάτων.

Η αυτοδικία απαγορεύεται και τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Εξαιρούνται (και δεν τιμωρούνται) οι περιπτώσεις που προβλέπονται στον Αστικό Κώδικα στα άρθρα 282 ΑΚ, 985 ΑΚ και 986 ΑΚ, στις οποίες η αυτοδικία επιτρέπεται (=θεμιτή αυτοδικία. Ειδικότερα:

–Αυτοδικία (282 ΑΚ)«Η ικανοποίηση της αξίωσης από το δικαιούχο αυτοδύναμα και χωρίς τη βοήθεια της αρχής (αυτοδικία) επιτρέπεται μόνο όταν η βοήθεια της αρχής δεν μπορεί να φτάσει έγκαιρα και υπάρχει κίνδυνος από την αναβολή να ματαιωθεί ή να δυσκολευτεί σημαντικά η πραγμάτωση της αξίωσης».

– Εμπράγματο δίκαιο, νομή, προσβολή νομής, δικαιώματα νομέα, αυτοδύναμη προστασία(985 ΑΚ)«Ο νομέας έχει δικαίωμα να αποκρούσει με τη βία κάθε διατάραξη ή απειλούμενη αποβολή από τη νομή. Ο νομέας κινητού από τον οποίο αφαιρέθηκε αυτό παράνομα έχει δικαίωμα να το ξαναπάρει με τη βία από το δράστη που συλλαμβάνεται ή καταδιώκεται επ’ αυτοφώρω. Ο νομέας ακινήτου από τον οποίο αφαιρέθηκε αυτό παράνομα έχει δικαίωμα να το ξαναπάρει με τη βία αμέσως μετά την αποβολή. Τα ίδια δικαιώματα έχει ο νομέας που προσβλήθηκε και κατά των διαδόχων κατά των οποίων αντιτάσσεται το επιλήψιμο της νομής.

–Εμπράγματο δίκαιο, νομή,προσβολή νομής, δικαιώματα αυτού που ασκεί τη νομή για λογαριασμό του νομέα (986 ΑΚ )«Τα δικαιώματα του προηγούμενου άρθρου έχει αντί για το νομέα και εκείνος που ασκεί γι’ αυτόν την εξουσία πάνω στο πράγμα, εφόσον βρίσκεται σε σχέση οικιακής ή υπηρεσιακής εξάρτησης από το νομέα και οφείλει να ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς το πράγμα».

Σε κάθε άλλη περίπτωση, που κάποιος ασκεί το δικαίωμά του αυθαίρετα, είτε το δικαίωμα αυτό υπάρχει πράγματι είτε αυτός που το ασκεί έχει την πεποίθηση ότι υπάρχει και κατά του οποίου αντιτίθεται κάποιος τρίτος, έτσι ώστε να γεννιέται διένεξη, στοιχειοθετείται το αδίκημα της αυτοδικίας (ΑΠ 1343/81).

1.7.16.Εξαναγκασμός σε παύση εργασίας(Άρθρο 332)

«Όποιος με βία ή με απειλή εξαναγκάζει κάποιον να λάβει μέρος σε ένωση που σκοπό έχει την ομαδική παύσης της εργασίας για να επιτύχει τη μεταβολή των όρων που διέπουν τη σχετική σύμβαση ή παρεμποδίζει κάποιον να αποχωρήσει από μία τέτοια ένωση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή».

1.7.17.Απειλή(Άρθρο 333)

«1. Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.

2. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση».

Σχόλια. Απειλή, κατά τον Ποινικό Κώδικα, είναι η προαγγελία ενός κακού, που μέλλει να επέλθει σ’ ένα πρόσωπο, είτε με χρήση βίας είτε με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, εξαιτίας του οποίου περιέρχεται σε τρόμο και ανησυχία.

Με το άρθρο 333 ΠΚ προστατεύεται το συναίσθημα ασφάλειας του καθένα να σχηματίσει ελεύθερη βούληση ή να την πραγματοποιήσει και, συνεπώς, το αδίκημα της απειλής στρέφεται κατά της προσωπικής ελευθερίας. Δεν αποτελεί στοιχείο του εγκλήματος η άσκηση βίας αλλά η απειλή άσκησης βίας. Ο όρος «βία» περιλαμβάνει κάθε είδος βίας, σωματική και ψυχολογική και κατά προσώπων και κατά πραγμάτων.

Η απειλή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, π.χ. προφορικώς, εγγράφως, δια συμβολικών παραστάσεων, απειλητικών κινήσεων, ρητώς ή σιωπηρώς κλπ. Π.χ. φράση που απευθύνθηκε από αγροφύλακα σε αστυνομικό «Θα σε μεταθέσω σε 24 ώρες και θα πας εκεί που πήγαν και οι άλλοι» (ΑΠ 265/79 ΠΧρ. ΚΘ΄472 ή ακόμα «Εάν σου βαστάει ανέβα επάνω» (ΑΠ 271/78 ΠΧρ. ΚΗ΄502).

Αρκεί η απειλή να περιέλθει σε γνώση του απειληθέντος και να επιφέρει σ’ αυτόν τρόμο και ανησυχία και είναι αδιάφορο αν το θύμα είναι παρόν κατά το χρόνο που λαμβάνει χώρα η απειλητική εκδήλωση της διάθεσης του δράστη.

Το απειλούμενο κακό δεν απαιτείται να στρέφεται ευθέως κατά του απειλούμενου. Π.χ. ο Α απειλεί τον Β ότι θα σκοτώσει τη θυγατέρα του.

Στοιχεία του αδικήματοςείναι τα εξής:

α)Απειλή,που προξενεί τρόμο ή ανησυχία στον απειληθέντα είτε με χρήση βίας ή με απειλή βίας ή με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, χωρίς να απαιτείται η απειλή να συνίσταται σε επιχείρηση αξιόποινης πράξης. Π.χ. ο Α απειλεί τον Β ότι θα τον σκοτώσει και έτσι τον περιάγει σε τρόμο και ανησυχία. Ή τον καταδιώκει με ορμή με σκοπό παράνομη πράξη. Επίσης ο Α, μεγάλος και φημισμένος επιχειρηματίας απειλεί μικροεργολάβο ότι θα διαδώσει γι’ αυτόν ότι δεν είναι συνεπής και φερέγγυος στις συναλλαγές του, περιάγων έτσι αυτόν σε τρόμο και ανησυχία για το μέλλον της επιχείρησής του.

β)Δόλοςτου δράστη, που συνίσταται στη θέλησή του να περιαγάγει σε τρόμο και ανησυχία τον απειληθέντα χρησιμοποιώντας βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη.

Η απειλή νόμιμης ενέργειας δεν συγκροτεί την έννοια του παρόντος εγκλήματος, που προ ϋποθέτει απειλή παράνομης πράξης ή παράλειψης και όχι νόμιμης πράξης. Π.χ. οι «απειλές»: θα σου κάνω μήνυση για την παράνομη συμπεριφορά σου ή θα σου κάνω αγωγή στα δικαστήρια επειδή δεν μου πλήρωσες το μισθό μου, δεν συνιστούν αδίκημα διότι απειλούν με νόμιμες ενέργειες (ΑΠ 674/75 ΠΧρ. ΚΣΤ 64).

Διαφορές μεταξύ των αδικημάτων:

1. Απειλής – Ληστείας

Η απειλή διαφέρει από την ληστεία κατά το στηναπειλήο δράστης αποσκοπεί να προξενήσει φόβο και ανησυχία στο θύμα ενώ στηληστείαο εξαναγκασμός συνίσταται στην παράδοση ξένου (ολικά ή μερικά) κινητού πράγματος που γίνεται με σωματική βία κατά προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής.

2. Εκβίασης – Απειλής

Στην εκβίασηο δράστης χρησιμοποιεί εξαναγκασμό με βία, απειλή κλπ., αποσκοπώντας σε παράνομο περιουσιακό όφελος του ίδιου με ζημία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου (π.χ. ο Α απειλεί τον Β να του δώσει απόδειξη ότι του εξόφλησε τις 10.000 ευρώ που του χρωστάει χωρίς να τις έχει εξοφλήσει) ενώ στηναπειλήο δράστης αποσκοπεί να προξενήσει φόβο και ανησυχία στο θύμα είτε με απειλή βίας είτε με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη (π.χ. ο Α, γνωστός επιχειρηματίας, απειλεί τον μικροεπιχειρηματία Β ότι θα διαδώσει γι’ αυτόν ότι είναι ασυνεπής και αφερέγγυος κατά τις συναλλαγές του).

3. Παράνομης βίας – Απειλής

Στηνπαράνομη βίαο δράστης αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του άλλου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση (π.χ. δώσε μου το πορτοφόλι σου γιατί θα σε σκοτώσω) ενώ στηναπειλήαποσκοπεί στην πρόκληση φόβου και ανησυχίας στον άλλο (π.χ. θα σε μεταθέσω στον Έβρο).

Ερώτηση Πιστοποίησης Β24: Τι καλείται «απειλή» κατά τον Ποινικό Κώδικα;

Απάντηση. Απειλή είναι η προαγγελία ενός κακού, που μέλλει να επέλθει σ’ ένα πρόσωπο, είτε με χρήση βίας είτε με άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, εξαιτίας του οποίου περιέρχεται σε τρόμο και ανησυχία. Η απειλή τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Για την ποινική δίωξη απαιτείται έγκληση (άρθρο 333 ΠΚ).

1.7.18.Διατάραξηοικιακήςειρήνης(Άρθρο334)

(Το εντός « » εδάφιο στο τέλος της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 71 του ν. 4139/2013 (Α΄ 74/20.3.2013).

1. Όποιος εισέρχεται παράνομα ή παραμένει παρά τη θέληση του δικαιούχου στην κατοικία άλλου ή στο χώρο που αυτός χρησιμοποιεί για την εργασία του ή σε χώρο περικλεισμένο που αυτός κατέχει τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.

2. Οι πιο πάνω πράξεις ή οι πράξεις βίας εναντίον προσώπων ή πραγμάτων, καθώς και οι πράξεις φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που γίνονται με σκοπό να παρεμποδίσουν την έκδοση και την ελεύθερη κυκλοφορία εφημερίδων ή περιοδικών, καθώς και την ελεύθερη κυκλοφορία βιβλίων, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται μετατροπή ή αναστολή της ποινής.

3. Όποιος εισέρχεται παράνομα σε κατάστημα ή χώρο δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας ή νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή επιχείρησης κοινής ωφέλειας ή παραμένει στους χώρους αυτούς παρά τη θέληση της υπηρεσίας που τους χρησιμοποιεί, της οποίας τη θέληση τού δηλώνει ο νόμιμος εκπρόσωπος ή ο υπάλληλός της, και προκαλεί έτσι διακοπή ή διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής της υπηρεσίας τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

«Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος παράνομα εισέρχεται ή παραμένει στους προαναφερόμενους χώρους ή καταστήματα κατά το χρόνο μη διεξαγωγής της υπηρεσίας με σκοπό την παρακώλυση αυτής».

4. Η ποινική δίωξη στις περιπτώσεις της παρ. 1 ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του δικαιούχου.

Σχόλια. Το άρθρο αυτό προστατεύει την ελεύθερη κίνηση του προσώπου και την ενέργεια κατ’ αρέσκεια, σύμφωνα με την ελεύθερη βούλησή του, στο χώρο της κατοικίας του ή στο χώρο που αυτός χρησιμοποιεί για την εργασία του ή σε χώρο περικλεισμένο που αυτός κατέχει.

Οι παραπάνω χώροι αναφέρονται στο νόμο περιοριστικά και μπορεί να είναι ακίνητα ή κινητά (π.χ. κοντέηνερ, προκάτ, τροχόσπιτο, βάρκα, σκηνή κλπ.). Ο χώρος δεν είναι ανάγκη να είναι στεγασμένος, αρκεί να είναι περίφρακτος, π.χ. αυλή με μάντρα ή συρμάτινη περίφραξη, γήπεδο περιμαντρωμένο κλπ. Όχι όμως όταν αυλή ή ο κήπος ή ο αγρός δεν έχουν περίφραξη, ακόμα κι αν χρησιμεύουν για διανυκτέρευση.

Κατοικία είναι ο χώρος όπου κάποιος διαμένει μόνιμα ή προσωρινά, όπως π.χ. το εξοχικό, το μισθωμένο δωμάτιο, ακόμα και το δωμάτιο ξενοδοχείου (αν και το δικαίωμα του ξενοδόχου είναι ισχυρότερο). Κατοικία θεωρείται κάθε χώρος χρησιμοποιούμενος για οικιακή χρήση, δηλ. για ύπνο, φαγητό, διαμονή κλπ., ενός ή και περισσότερων προσώπων, τα οποία συνήθως ανήκουν σε μία οικογένεια. Περιλαμβάνεται όχι μόνο το κύριο οικοδόμημα, όπου υπάρχουν κατοικήσιμοι κοιτώνες αλλά και τα λοιπά διαμερίσματα που είναι χρήσιμα για οικιακή ζωή, όπως ο περίβολος και τα παραρτήματα, δηλ. η σκάλα της οικίας, οι αποθήκες, ο κήπος κλπ.

Όταν περισσότερα πρόσωπα συνοικούν και δεν είναι μέλη της ίδιας οικογένειας, καθένας δικαιούται όχι μόνο να αρνηθεί την είσοδο τρίτου και να εγκαλέσει αλλά και να πράξει τούτο και αν οι λοιποί συγκάτοικοί του επιτρέπουν την είσοδο (Πλ.Ζ. 60/71 ΠΧρ. ΚΑ΄ 854).

Επί χώρων δημόσιας αρχής δικαιούχος είναι όχι μόνο ο νόμιμος αντιπρόσωπος αυτής αλλά και οι υπηρετούντες στην αρχή.

Υπαίτιος μπορεί να είναι κάθε στερούμενος του δικαιώματος εισόδου, ακόμη και ο ίδιος ο ιδιοκτήτης έναντι του ενοικιαστή. Και ο ίδιος ο σύζυγος, που εισέρχεται παράνομα στην κατοικία της συζύγου του, εφόσον ζουν χωριστά.

Ο υπάλληλος, εφόσον δεν εισέρχεται ως τέτοιος (δηλ. ως φορέας δημόσιας εξουσίας) αλλά ως ιδιώτης, υπάγεται στην απαγόρευση, οπότε πρόκειται για παράνομη πράξη ιδιώτη και όχι φορέα της κρατικής εξουσίας.

Ο δόλος του δράστη συνίσταται στη γνώση του ότι ο χώρος στον οποίο εισέρχεται ή παραμένει είναι κατοικία κλπ. άλλου προσώπου και ότι ο δικαιούχος δεν συναινεί στην είσοδο ή παραμονή του και παρά ταύτα αυτός εισέρχεται ή παραμένει σ’ αυτή παρά τη θέληση του δικαιούχου.

Το άδικο αποκλείεται όταν η είσοδος ή η παραμονή στην κατοικία στηρίζεται σε δικαίωμα ισχυρότερο του οικιακού, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, π.χ. σύλληψης, κατάσχεσης, έρευνας ή σε κατάστασης ανάγκης, όπως π.χ. όταν σε περίπτωση πυρκαγιάς εισέρχεται κάποιος σε ξένη κατοικία για κατάσβεσή της (ΑΠ 260/77 ΠΧρ. ΚΖ΄ 651, 125/81 ΠΧρ. ΛΒ΄474).

Η διατάραξη της οικιακής ειρήνης σε συνδυασμό με το άρθρο 9 του Συντάγματος προστατεύει κατ’ εξοχήν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Το άρθρο 9 του Συντάγματος ορίζει τα εξής: «1. Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δε γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας. 2. Οι παραβάτες της προηγούμενης διάταξης τιμωρούνται για παραβίαση του οικογενειακού ασύλου και για κατάχρηση εξουσίας, και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος, όπως νόμος ορίζει».

Το άσυλο της κατοικίας προστατεύεται ειδικότερα με το άρθρο 241 ΠΚ.

1.7.19. Απατηλή διέγερση σε μετανάστευση(Άρθρο 335)

«Όποιος από κερδοσκοπία και με δόλιο τρόπο πείθει άλλον να μεταναστεύσει από την ημεδαπή τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών».

1.8. ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

1.8.1.Αντίσταση(Άρθρο 167)

«1. Όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που έχει προστρέξει για να τον υποστηρίξει ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Σε κάθε περίπτωση αποκλείεται η μετατροπή ή η αναστολή της ποινής.

2. Αν οι πράξεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος έγιναν από πρόσωπο που οπλοφορεί ή φέρει αντικείμενα με τα οποία μπορεί να προκληθεί σωματική βλάβη ή έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του ή έγιναν από περισσότερους, καθώς και αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη».

Σχόλια. Οι ποινικές διατάξεις του κεφαλαίου «Προσβολές κατά της Πολιτειακής εξουσίας» του Π.Κ. αποβλέπουν στην εξασφάλιση της επιβολής της κρατικής βούλησης τόσο από την άποψη της ενεργητικής επιβολής της (= των αστυνομικών, δημοσίων υπαλλήλων κλπ.) όσο και από την άποψη της παθητικής αναγνώρισής της (= των πολιτών). Συνεπώς, τα αδικήματα αυτά έχουν ως κύριο και άμεσο σκοπό την προστασία του γενικού συμφέροντος και της εσωτερικής κρατικής εξουσίας (αστυνομία, σώματα ασφαλείας κλπ.).

Υποκείμενο του αδικήματος της «Αντίστασης» μπορούν να είναι ένα ή περισσότερα πρόσωπα, ακόμα και υπάλληλος της δημόσιας αρχής, όταν αυτός αναρμόδια και παράνομα μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας εναντίον κάποιας αρχής ή υπαλλήλου για να παραλείψουν τα καθήκοντά τους. Η ενέργεια του αυτουργού, για να συνιστά το αδίκημα της αντίστασης, πρέπει να απευθύνεται κατά της «Αρχής» ή των υπαλλήλων της Αρχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή κατά των ανδρών της ένοπλης δύναμης. Ο υπάλληλος ή η Αρχή πρέπει να ενεργούν εντός του κύκλου των καθηκόντων τους και οι πράξεις τους να είναι νόμιμες.

Παραδείγματα:Διαπράττει αντίσταση:1. Ο δράστης εγκλήματος, που καταλήφθηκε κατά την αυτόφωρη διαδικασία να εγκληματεί δια σωματικής βίας εξαναγκάζει τον αστυνόμο που εκτελεί υπηρεσία να παραλείψει τη σύλληψή του. 2. Ο κατηγορούμενος, που απειλεί με όπλο τον ανακριτή, ώστε να αλλάξει τις καταθέσεις των μαρτύρων ή να εξαφανίσει στοιχεία επιβαρυντικά γι’ αυτόν από τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος του. 3. Ο στέφων το κυνηγετικό όπλο του κατά του δικαστικού επιμελητή και των παρισταμένων μαρτύρων και απειλώντας τους με τις φράσεις: «Μη προχωρείτε την εκτέλεση, αν δεν φύγετε θα σας σκοτώσω», επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό τη ματαίωση της κατάσχεσης (ΑΠ 28/80). 4. Ο αστυνομικός που, διαδηλώνοντας διαμαρτυρόμενος για τη μείωση του μισθού του, βιαιοπραγεί κατά των αστυνομικών που, ασκώντας τα καθήκοντά τους, ενεργούν ως φορείς δημόσιας εξουσίας για την επιβολή της τάξης.

«Αρχή» είναι ο εισαγγελέας, ο ανακριτής, ο περιφερειάρχης, ο νομάρχης, ο δήμαρχος, ο διοικητής αστυνομικού τμήματος κλπ. «Υπάλληλος αρχής» είναι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο υπάλληλος κάθε δημόσιας, δημοτικής, κοινοτικής ή άλλου ν.π.δ.δ. (π.χ. αστυνομική, τελωνειακή, φορολογική κλπ.), ο δικαστικός επιμελητής, ο υπάλληλος του Ο.Λ.Π., ο δικαστικός αντιπρόσωπος, οι άνδρες των ενόπλων δυνάμεων κλπ.

Όταν ο υπάλληλος ή η Αρχή ενεργούν έξω από τον κύκλο των καθηκόντων τους, η κατ’ αυτών χρήση σωματικής βίας ή απειλής βίας δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν αντίσταση.

Παράδειγμα.Δεσμοφύλακας, ευρισκόμενος εκτός υπηρεσίας, συναντά κρατούμενο που βρίσκεται έξω από τη φυλακή με άδεια, επιχειρεί να τον ακινητοποιήσει για να τον συλλάβει και ο κρατούμενος τον απωθεί χρησιμοποιώντας βία. Ο κρατούμενος εδώ δεν διαπράττει το αδίκημα της αντίστασης.

Απαιτείται καιδόλος του δράστηπου συνίσταται στο βίαιο ή με απειλές εξαναγκασμό της Αρχής ή του υπαλλήλου να επιχειρήσουν ή να παραλείψουν πράξη, που ανάγεται στο κύκλο των καθηκόντων τους. Όταν ο δράστης αγνοεί ή έχει εσφαλμένη αντίληψη περί της ιδιότητος του υπαλλήλου ή της Αρχής εναντίον των οποίων στρέφεται η ενέργειά του, θα κριθεί σύμφωνα με τις γενικές αρχές περί πραγματικής πλάνης.Παράδειγμα. Ο Α, που αντιστέκεται κατά των δικαστικών επιμελητών, οι οποίοι του είναι άγνωστοι και δεν φέρουν το σύνηθες σημείο της υπηρεσίας τους (περιβραχιόνιο με το εθνόσημο) κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν διαπράττει το αδίκημα της αντίστασης διότι ευρίσκεται σε πραγματική πλάνη.

Όταν τα υποκείμενα του αδικήματος είναι περισσότερα, πρέπει η συνάθροιση να μην είναι δημόσια διότι τότε η πράξη προσλαμβάνει το χαρακτήρα «Στάσης», που αποτελεί άλλο αδίκημα (βλ. παρακάτω). Η συνάθροιση είναι δημόσια, όταν η προσέλευση σ’ αυτήν είναι προσιτή σε οποιονδήποτε ασπάζεται τις ιδέες της ή θέλει να συμμετάσχει σ’ αυτή.

1.8.2. Προσβολές κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας(Άρθρο 168)

«1.Όποιος βιαιοπραγεί κατά του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας ή εκείνου που ασκεί την προεδρική εξουσία τιμωρείται με κάθειρξη.

2. Όποιος προσβάλλει την τιμή του Προέδρου της Δημοκρατίας ή εκείνου που ασκεί την προεδρική εξουσία ή τον δυσφημεί δημόσια ή όταν είναι παρών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

3. Το αξιόποινο των εγκλημάτων των παραγράφων 1 και 2 παραγράφεται μετά έξι μήνες».

1.8.3. Απείθεια(Άρθρο 169)

«Με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών τιμωρείται όποιος, ύστερα από νόμιμη πρόσκληση, αρνείται σε κάποιον από τους υπαλλήλους του άρθρου 13, παρ. α’, χωρίς αντίσταση, την υπηρεσία ή συνδρομή που οφείλεται κατά το νόμο ή την είσοδο σε οποιοδήποτε μέρος για να επιχειρηθεί κάποια νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια».

Σχόλια. Η απείθεια είναι έγκλημα διακινδύνευσης και εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει ειδική διάταξη να τιμωρεί την πράξη του δράστη. Με τη διάταξη αυτή προστατεύεται το κύρος της δημόσιας αρχής και τιμωρείται η απείθεια του πολίτη προς τη νόμιμη πρόσκληση που του απευθύνει το κρατικό όργανο.

Παραδείγματα. 1.Άρνηση του ενοίκου να επιτρέψει την είσοδο στα όργανα της ανάκρισης για την ενέργεια κατ’ οίκον έρευνας (253-255 ΚΠοινΔ) αποτελεί απείθεια, αδιάφορο αν η θύρα μπορεί να ανοιχθεί βίαια. 2. Μάρτυρας που κλητεύθηκε νόμιμα δεν εμφανίζεται στο ακροατήριο του δικαστηρίου με πρόθεση να ματαιωθεί ή να αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης διαπράττει απείθεια. Όχι όμως αν δεν μπόρεσε να προσέλθει λόγω ασθένειας ή ανώτερης βίας (π.χ. αποκλεισμού του στο νησί όπου κατοικεί λόγω καιρικών συνθηκών ή γενικής απεργίας των συγκοινωνιών κλπ.). 3. Ορθή η καταδίκη για απείθεια εργολάβου που προσκλήθηκε νόμιμα από όργανο της τάξης και αρνήθηκε να εξέλθει από την οικοδομή που ανεγειρόταν χωρίς άδεια (ΑΠ 621/1981). 4. Δεν αποτελεί απείθεια η άρνηση του κληθέντος να παραστεί ως μάρτυρας κατά τη θυροκόλληση δικογράφου, διότι δεν υφίσταται διάταξη νόμου που να υποχρεώνει γι αυτό το λόγο.

Υποκείμενο μπορεί να είναι ο καθένας που αρνείται να υπακούσει στη νόμιμη πρόσκληση δημόσιου, δημοτικού, κοινοτικού ή άλλου υπαλλήλου ν.π.δ.δ., χωρίς να αντισταθεί (διότι τότε υπάρχει «αντίσταση»), να παράσχει την οφειλόμενη σύμφωνα με το νόμο υπηρεσία ή συνδρομή ή την είσοδο σε οποιοδήποτε μέρος για την επιχείρηση κάποιας νόμιμης υπηρεσιακής ενέργειας από τον υπάλληλο ή την Αρχή.

Πρέπει, όμως, επιπλέον: αφενόςνα υπάρχει διάταξη νόμου πουνα παρέχει στον υπάλληλο το δικαίωμανα καλέσει κάποιον προς συνδρομή υπηρεσίας ή συνδρομή προς τον καλούντα και, αφετέρου,να υπάρχει διάταξη νόμου που να υποχρεώνει τον καλούμενονα προσφέρει την υπηρεσία ή συνδρομή αυτή στον υπάλληλο (βλ. παράδειγμα αριθ. 4).

Απαιτείται, τέλος, και δόλος του δράστη που συνίσταται: αφενός στη γνώση του ότι προσκλήθηκε από τον υπάλληλο ή την Αρχή να ενεργήσει πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά του και αφετέρου στη θέλησή του να μη συμμορφωθεί σ’ αυτή.

1.8.4. Στάση(Άρθρο 170)

«1. Όποιος με πρόθεση συμμετέχει σε δημόσια συνάθροιση πλήθους που διαπράττει με ενωμένες δυνάμεις κάποια από τις πράξεις του άρθρου 167 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.

2. Οι υποκινητές της στάσης, καθώς και εκείνοι που μεταχειρίστηκαν σωματική βία ή απειλές σωματικής βίας ή βιαιοπράγησαν, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν άλλη διάταξη νόμου δεν τιμωρεί την πράξη με βαρύτερη ποινή».

Σχόλια. Ένοχος «στάσης» είναι όποιος συμμετέχει σκόπιμα σε δημόσια συνάθροιση πλήθους που διαπράττει με ενωμένες δυνάμεις κάποια από τις πράξεις του αδικήματος της «αντίστασης», δηλαδή βία ή απειλή βίας εναντίον αρχής ή υπαλλήλου. Η στάση, ως ποινικό αδίκημα, αποτελεί ειδική μορφή της αντίστασης (βλ. 1.8.1. άρθρο 167 ΠΚ). Ειδικότερα:

Συνάθροισηείναι η συγκέντρωση πολλών για τον ίδιο σκοπό, μετά από προηγούμενη συνεννόηση, με σκοπό τη λήψη αποφάσεων και την κοινή δράση.

Ο νόμος δεν ορίζει τον αριθμό των συγκεντρωθέντων για να υπάρξει «συνάθροιση», οπότε αυτό θα κριθεί σε κάθε περίπτωση χωριστά, εφόσον δηλαδή η συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων συγκροτεί όχλο, δηλαδή συγκροτεί συλλογική ψυχική οντότητα και συμπεριφορά. Ο αριθμός στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια τάξη. Δεν αρκούν δύο (2) πρόσωπα. Κατ’ ελάχιστο όριο απαιτείται η συνδρομή τριών (3) προσώπων. Πάντως, ο δικαστής θα κρίνει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν οι συγκεντρωθέντες αποτελούν πλήθος ή όχι, που δεν αποβλέπει στην παραγόμενη δύναμη αντίστασης κατά την αναλογία της προς τα μέσα που διαθέτουν οι αρχές για την απόκρουση της κατ’ αυτών προσβολής.

Δημόσιαείναι η συνάθροιση στο αδίκημα της «στάσης», όταν η προσέλευση σ’ αυτή είναι προσιτή σε κάθε άνθρωπο –σε αόριστο αριθμό προσώπων- που αποδέχεται το σκοπό της. Δεν είναι ανάγκη η συνάθροιση να έχει συγκροτηθεί σε δημόσιο τόπο αλλά και σε ιδιωτικό οικόπεδο, αρκεί να είναι προσιτή σ’ οποιονδήποτε αποδέχεται στο σκοπό των συναθροισμένων. Επομένως, συγκέντρωση περισσοτέρων προσώπων που τηρούν μυστικό το σκοπό τους, δεν αποτελεί δημόσια συνάθροιση.

Οι κηδείες, λιτανείες, περιφορές εικόνων κλπ. πρέπει να θεωρηθούν πράξεις λατρείας και όχι είδος συνάθροισης.

Οι συγκεντρώσεις που γίνονται σε οικίες ή σε άλλους τόπους αλλά διατηρούν μυστικό το σκοπό τους δεν είναι δημόσιες αλλά ιδιωτικές. Το ίδιο και οι συγκεντρώσεις που οργανώνονται από τα σωματεία, τους συνεταιρισμούς, τις εταιρείες κλπ., σύμφωνα με τα καταστατικά τους, καθώς επίσης και αυτές των πολιτικών κομμάτων.

Δόλος. Για να υπάρχει το έγκλημα της «στάσης» θα πρέπει να υπάρχει καιπρόθεση των συναθροισθέντων ότι συμμετέχουν με τη συνείδηση να εμφανιστούν ως ομαδική δύναμηχωρίς να είναι ανάγκη όλοι οι συμμετέχοντες να σκοπεύουν στην εκτέλεση πράξεων αντίστασης, πρέπει όμως να γνωρίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αρκεί και απλή γνώση του δράστη ότι συμμετέχει σε μια τέτοια συνάθροιση και εκούσια παραμοένει σ’ αυτή για την επιτυχία του επιδιωκόμενου σκοπού.

Για να χαρακτηριστεί η συμμετοχή κάποιου στη δημόσια συνάθροιση ως αξιόποινη θα πρέπει το πλήθος να διαπράττει αντίσταση με ενωμένες δυνάμεις. Ο όρος «με ενωμένες δυνάμεις» σημαίνει ότι αρκεί η πράξη αντίστασης ακόμη και ενός, π.χ. ανήλικου, εφόσον οι λοιποί συμμετέχοντες το αποδέχονται.

Υποκινητές, βιαιοπραγήσαντεςκλπ. Μεταξύ των στασιαστών διακρίνει ο νόμος τους υποκινητές της στάσης καθώς και όσους μεταχειρίστηκαν σωματική βία ή απειλές βίας ή τους βιαιοπραγήσαντες, τους οποίους τιμωρεί αυστηρότερα από τους απλούς στασιαστές.

Με τον όρο «υποκινητές της στάσης» εννοούνται όσοι προπαρασκεύασαν τη στάση, πρωτοστάτησαν ή διεύθυναν αυτή. «Υποκινητής» θεωρείται όχι μόνο αυτός που βρίσκεται μέσα στη συνάθροιση και την κατευθύνει με οποιοδήποτε τρόπο αλλά και αυτός που παραμένει εκτός αυτής αλλά την προετοίμασε ή, με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμα και έμμεσο, την προκάλεσε ή έδωσε αφορμή σ’ αυτή (ΑΠ 180/67 ΠΧρ. ΙΖ΄413).

«Βιαιοπραγία» αποτελεί, σύμφωνα με την επιστήμη και τη νομολογία, κάθε παράνομη ενέργεια εναντίον προσώπου ή πράγματος που εκδηλώνεται με υλική δύναμη και τείνει είτε στην κακοποίηση του σώματος ή καταστροφή του πράγματος, είτε στην προσβολή της ελευθερίας (δέσμευση, εγκλεισμός) είτε της τιμής (π.χ. ράπισμα) του θύματος, αδιάφορο αν επήλθε πράγματι σωματική κάκωση ή καταστροφή του πράγματος (ΑΠ 756/79 ΠΧρ. ΚΘ΄876).

Αν η δημόσια συνάθροιση έγινε σε ένδειξη περιφρόνησης προς την απαγόρευσή της, τότε η πράξη χαρακτηρίζεται ως «θρασύτητα κατά της αρχής» (βλ. παρακάτω 1.8.5. άρθρο 171).

1.8.5. Θρασύτητα κατά της αρχής(Άρθρο 171)

«1. Όποιος μετέχει σε δημόσια συνάθροιση στο ύπαιθρο που απαγορεύτηκε νόμιμα από την αρμόδια αρχή τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή με χρηματική ποινή.

2. Όταν πλήθος συγκεντρωμένο στο ύπαιθρο κληθεί νόμιμα από τον αρμόδιο πολιτικό ή στρατιωτικό υπάλληλο να διαλυθεί, καθένας από τους συγκεντρωμένους που δεν απομακρύνεται από τη συνάθροιση μετά την τρίτη πρόσκληση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή».

1.8.6. Ελευθέρωση φυλακισμένου(Άρθρο 172)

«1. Όποιος με πρόθεση ελευθερώνει φυλακισμένο ή άλλον που κρατείται με διαταγή της αρχής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών».

«2. Όποιος γίνεται από αμέλεια υπαίτιος κάποιας από αυτές τις πράξεις τιμωρείται με φυλάκιση, αν ήταν για οποιονδήποτε λόγο υπόχρεος να φυλάξει εκείνον που απέδρασε. Μένει εντελώς ατιμώρητος αν με δική του προσπάθεια συλληφθεί, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, αυτός που απέδρασε.»

Σχόλια. Η ελευθέρωση ενός κρατούμενου, ο οποίος για οποιοδήποτε λόγο βρέθηκε στη φυλακή ύστερα από νόμιμη διαταγή της Αρχής, ενέχει κινδύνους για τη δημόσια τάξη και προσβάλλει τη δημόσια εξουσία, καθόσον δηλώνει έλλειψη υπακοής στις διαταγές της Διοίκησης ή της Δικαιοσύνης και για το λόγο αυτό αποτελεί ποινικό αδίκημα.

Ένοχος ελευθέρωσης φυλακισμένου είναι όποιος με πρόθεση ελευθερώνει φυλακισμένο ή άλλον που κρατείται με διαταγή της αρχής.

Προϋποτίθεται ότι η κρατική βούληση έχει ήδη εφαρμοσθεί, δηλαδή το πρόσωπο έχει στερηθεί την ελευθερία του με σχετική απόφαση της αρχής (π.χ. δικαστηρίου, διοίκησης) και ότι η κράτηση έχει επιβληθεί νόμιμα, δηλαδή έχει επιβληθεί με τους νόμιμους τύπους και από το αρμόδιο όργανο, αδιάφορο αν είναι και ουσιαστικά ορθή.

Συνεπώς, ο αντιστεκόμενος στη σύλληψή του δεν τελεί το έγκλημα της ελευθέρωσης αλλά αντίσταση. Ομοίως, δεν είναι κρατούμενος εκείνος που η αρχή επιχειρεί να συλλάβει (π.χ. όταν ο αστυνόμος καταδιώκει τον κλέφτη που διαφεύγει τρέχοντας) αλλά ματαιώνεται η σύλληψή του από το δράστη (π.χ. που προσφέρει βοήθεια στον κλέφτη) και ο οποίος, τότε, δεν διαπράττει ελευθέρωση αλλά υπόθαλψη εγκληματία (231 ΠΚ).

Υποκείμενοτου αδικήματος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, δηλαδή είτε υπόχρεος για φύλαξη του φυλακισμένου είτε τρίτος, είτε ιδιώτης είτε υπάλληλος, ακόμη και συγκρατούμενος του ελευθερούμενου είτε συμπράττει και συναινεί ο κρατούμενος είτε όχι. Δηλαδή, οποιοσδήποτε μπορεί να είναι υποκείμενο της ελευθέρωσης εκτός από τον ίδιο το φυλακισμένο. Ο ίδιος ο φυλακισμένος, όταν ελευθερωθεί από μόνος του (=αποδράσει) διαπράττει το αδίκημα της απόδρασης κρατουμένου (βλ. παρακάτω υπό 1.8.7., άρθρο 173 ΠΚ).

Όταν υποκείμενο της ελευθέρωσης είναι κάποιος τρίτος, μη υπόχρεος για φύλαξη (π.χ. συγκατηγορούμενος του φυλακισμένου, επισκέπτης στη φυλακή κλπ), απαιτείται πάντοτε δόλος, ενώ όταν υποκείμενο της ελευθέρωσης είναι ο υπόχρεος προς φύλαξη, αρκεί και αμέλεια.

Ο υπόχρεος για φύλαξη μένει εντελώς ατιμώρητος αν με δική του προσπάθεια ο κρατούμενος συλληφθεί, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, από τότε που απέδρασε. Είναι αδιάφορο αν ο υπόχρεος ο ίδιος συνέλαβε τον αποδράσαντα, αρκεί ότι αυτός συνέβαλε αποτελεσματικά στη σύλληψή του. Στην περίπτωση αυτή, με τη σύλληψη δεν εξομοιώνεται ο θάνατος (έστω και αν αυτός οφείλεται στην καταδίωξη, π.χ. επειδή πνίγηκε ο δραπέτης στην προσπάθειά του να περάσει ένα ποτάμι) ή ο φόνος του δραπέτη, ούτε αν ο δραπέτης εμφανιστεί εκούσια ή αυθόρμητα. Ομοίως είναι αδιάφορο αν μετά την παρέλευση του 15νθήμερου ο δραπέτης συλλήφθηκε και αθωώθηκε, αμνηστεύθηκε κλπ.

Η αμέλεια μπορεί να συνίσταται είτε σε παράλειψη των επιβαλλόμενων μέτρων για την ασφαλή κράτηση των κρατουμένων είτε στη μη λήψη των υπό των περιστάσεων ενδεικνυόμενων για το σκοπό αυτό εξαιρετικών μέτρων. Είναι αδιάφορο αν ο αναλαβών τη φύλαξη είναι ιδιώτης. Η υποχρέωση προς φύλαξη μπορεί να στηρίζεται είτε στην υπηρεσία είτε σε άλλο λόγο (π.χ. σε σχετική ανάθεση της υπηρεσίας σε ιδιώτη). Αμελής συμπεριφορά θεωρείται και η δημιουργία συνθηκών που ευνοούν την ελευθέρωση ή απόδραση, που γίνεται με παράλειψη της οφειλόμενης προσοχής που επιβάλλεται από το νόμο και τον κανονισμό στον οποίο ανήκει ο φύλακας της υπηρεσίας.

Μεταξύ αμέλεια και απόδρασης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια.

Αντικείμενοτου εγκλήματος είναι ο φυλακισμένος ή άλλος που κρατείται από την Αρχή.

«Φυλακισμένος» είναι όχι μόνο ο καταδικασμένος σε ορισμένη ποινή αλλά και ο «προσωρινά κρατούμενος» (παλαιότερη ορολογία: «προφυλακισμένος») αλλά και αυτός που συλλήφθηκε από την αστυνομία και είναι κρατούμενος. Δεν εξετάζεται ο τόπος που κρατείται ο ελευθερωθείς, οπότε υπάρχει ελευθέρωση είτε αυτή γίνει από τη φυλακή είτε από το κρατητήριο είτε κατά τη μεταγωγή του κρατούμενου είτε από οποιοδήποτε άλλο τόπο κράτησης, όπως π.χ. Νοσοκομείο, Δικαστήριο, ιδιωτική οικία που χρησιμοποιείται, έστω και προσωρινά, ως τόπος κράτησης.

Το έγκλημα τελείται με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και με εξαπάτηση. Εάν χρησιμοποιηθεί βία ή απειλή, η ελευθέρωση συρρέει με το αδίκημα της αντίστασης.

Η ποινή που απειλείται κατά του δράστη, αν μεν η πράξη τελείται με δόλο είναι φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν όμως τελείται από αμέλεια και εφόσον ήταν για οποιονδήποτε λόγο υπόχρεος να φυλάξει εκείνον που απέδρασε, τιμωρείται με φυλάκιση (10 ημέρες έως 5 έτη).

1.8.7. Απόδραση κρατουμένου(Άρθρο 173)

«1. Αν αποδράσει φυλακισμένος ή άλλος κρατούμενος με διαταγή της αρμόδιας αρχής τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η παραπάνω ποινή εκτελείται ολόκληρη μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία ήταν κρατούμενος αυτός που απέδρασε.

2. Οποιοσδήποτε άλλος συμμετείχε στην απόδραση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν ο συμμετέχων στην απόδραση έχει την ιδιότητα του σωφρονιστικού ή αστυνομικού υπαλλήλου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.»

Σχόλια. Απόδραση υπάρχει όταν ο κρατούμενος διέφυγε τελείως από την εξουσία της αρχής και ανέκτησε αυθαίρετα την ελευθερία του. Ένοχος του αδικήματος είναι ο φυλακισμένος ή καθένας που κρατείται με διαταγή της αρχής και δραπετεύει από τη φυλακή. Η απόδραση είναι αδίκημα που εκδηλώνει απείθεια στην αρχή και αποτελεί προσβολή της πολιτειακής εξουσίας και κίνδυνο για τη δημόσια τάξη.

Υποκείμενο της απόδρασης κρατουμένου είναι ο φυλακισμένος ή καθένας που κρατείται με διαταγή της αρχής, αδιάφορο αν η απόδραση έγινε με χρήση βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων, π.χ. με ρήξη του τοίχου της φυλακής ή του κρατητηρίου ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, π.χ. με εξαπάτηση των φυλάκων, με αντικλείδι, με δωροδοκία, με βία, με απειλή κλπ. Προϋποτίθεται, πάντως, πρόσωπο που στερήθηκε την ελευθερία του και διατελεί υπό την εξουσία της αρχής, ακόμα και άτομο διοικητικώς κρατούμενο, όπως ο συλληφθείς με σκοπό την απέλαση, ο στρατιωτικός που εκτίει πειθαρχική ποινή κλπ. Όχι όμως και ο καταδικασθείς σε αναμορφωτικά μέτρα (π.χ. ανήλικοι) διότι δεν είναι ποινή.

Καθένας που συμμετέχει στην απόδραση κρατουμένου (ιδιώτης τρίτος, επισκέπτης των φυλακών κλπ.), όπως π.χ. ο χορηγών στο φυλακισμένο εργαλεία πρόσφορα για απόδραση ή μέσα μεταφοράς, τιμωρείται με αυστηρότερη ποινή από τον δραπέτη και αν αυτός είναι σωφρονιστικός ή αστυνομικός υπάλληλος με ακόμη αυστηρότερη ποινή.

Η ποινή που επιβάλλεται εξαιτίας της απόδρασης δεν συγχωνεύεται σύμφωνα με τις αρχές περί συρροής των ποινών αλλά εκτίεται ολόκληρη σύμφωνα με την αρχή της αριθμητικής σώρευσης των ποινών, μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία κρατείτο ο δραπέτης.

Παράδειγμα.Ο Α εξέτιε τριετή ποινή φυλάκισης και απέδρασε από τις φυλακές. Εάν καταδικαστεί σε εξάμηνη φυλάκιση για την πράξη της απόδρασης, αυτή δεν θα συγχωνευθεί με την ποινή της τριετούς φυλάκισης αλλά θα εκτιθεί ολόκληρη μετά την έκτιση της πρώτης, δηλαδή ο δράστης θα παραμείνει στη φυλακή συνολικά τρία χρόνια και έξι μήνες.

1.8.8. «Παραβίαση περιορισμού κατ’ οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση(Άρθρο 173Α)

(Το παρόν άρθρο προστέθηκε με την παρ. Γ του άρθρου 1 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242/6.11.2013).

«1. Όποιος, κατά το χρόνο που τελεί υπό ηλεκτρονική επιτήρηση, με πρόθεση: α) αφαιρεί, καταστρέφει, φθείρει ή με οποιονδήποτε τρόπο επεμβαίνει στη συσκευή ή στο σύστημα ηλεκτρονικής επιτήρησης ή β) με οποιονδήποτε τρόπο αλλοιώνει τα συναφή με την επιτήρηση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, κατά το χρόνο που τελεί υπό ηλεκτρονική επιτήρηση, εκμεταλλευόμενος βλάβη ή μη ορθή λειτουργία της συσκευής ή του συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης, διαφεύγει από την επιτήρηση των αρμοδίων αρχών.

Η ποινή των παραπάνω αδικημάτων εκτελείται ολόκληρη μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία ο ηλεκτρονικά επιτηρούμενος ήταν κρατούμενος.

2. Οποιοσδήποτε συμμετέχει στις παραπάνω πράξεις τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν ο συμμετέχων έχει την ιδιότητα του σωφρονιστικού ή αστυνομικού υπαλλήλου ή του αρμόδιου για την ηλεκτρονική επιτήρηση υπαλλήλου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι οκτώ ετών»».

ΣχόλιοΜε το άρθρο 173 Α εισάγεται νέα ποινική διάταξη που καθιστά αξιόποινη πράξη την παραβίαση του περιορισμού κατ’ οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση, σε αντιστοιχία με την ισχύουσα για την απόδραση διάταξη του άρθρου 173. Κρίθηκε, όμως σκόπιμο, εν όψει του αποσπασματικού χαρακτήρα του ποινικού δικαίου και της απαγόρευσης της αναλογικής εφαρμογής διατάξεων προς θεμελίωση του αξιοποίνου να διατυπωθεί μία ειδική ποινική διάταξη προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες της ηλεκτρονικής επιτήρησης. Καθίστανται αξιόποινες τόσο η με πρόθεση κάθε είδους επέμβαση στο σύστημα ηλεκτρονικής επιτήρησης, όσο και η ίδια η διαφυγή του καταδίκου που εκμεταλλεύεται τυχόν τεχνικές βλάβες και προβλήματα της ηλεκτρονικής συσκευής ή του ηλεκτρονικού συστήματος επιτήρησης. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται: α) στον κατ’οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, ως περιοριστικό όρο, β) στην απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και γ) στη χορήγηση άδειας από κατάστημα κράτησης με τον όρο της ηλεκτρονικής επιτήρησης των κινήσεων. Η βαρύτητα των προβλεπόμενων ποινών είναι η ίδια με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 173 (από τη Εισηγητική έκθεση του ν. 4205/2013).

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, προσδιορίζονται το είδος, οι προδιαγραφές και η διαδικασία προμήθειας των ηλεκτρονικών και λοιπών τεχνικών μέσων και εξοπλισμών και συστημάτων επιτήρησης, η εγκατάσταση, η λειτουργία και η συντήρηση αυτών, η ενδεχόμενη πιλοτική περίοδος λειτουργίας του συστήματος, ο τρόπος παρακολούθησης και καταγραφής της γεωγραφικής θέσης των επιτηρουμένων προσώπων, η δαπάνη που θα βαρύνει κάθε επιτηρούμενο πρόσωπο και ο τρόπος καταβολής της, η έναρξη εφαρμογής του μέτρου και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την τεχνική και επιχειρησιακή υλοποίηση του.

Σχετικό άρθρο 283Α ΚΠοινΔ.«Κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση».

1. Ως «κατ’ οίκον περιορισμός» νοείται η επιβολή στον κατηγορούμενο της υποχρέωσης να μην εξέρχεται από συγκεκριμένο και ειδικά ορισμένο στη διάταξη του ανακριτή κτίριο ή σύμπλεγμα κτιρίων, που αποδεδειγμένα συνιστά τον τόπο διαμονής ή κατοικίας του. Για το σκοπό αυτόν ο κατηγορούμενος επιτηρείται με τη χρήση πρόσφορων ηλεκτρονικών μέσων. Ο κατηγορούμενος υποχρεούται να μην επεμβαίνει ή επιδρά καθ’ οιονδήποτε τρόπο στα ηλεκτρονικά μέσα και στα συναφή με την επιτήρηση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Αρμόδια υπηρεσία παρακολουθεί και καταγράφει μέσω συστήματος γεωεντοπισμού μόνο τη γεωγραφική θέση του κατηγορούμενου και τηρεί σχετικό αρχείο.

2. Ως προς τη διάρκεια ισχύος του μέτρου του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και τη διαδικασία άρσης, εξακολούθησης ή παράτασής της εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στα άρθρα 287 και 288 Κ.Π.Δ..

3. Το κόστος των ηλεκτρονικών μέσων επιτήρησης φέρει ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4. Για το σκοπό αυτόν με τη διάταξη του ανακριτή επιβάλλεται η υποχρέωση προκαταβολής των εξόδων επιτήρησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Σε περίπτωση παράτασης της διάρκειας του μέτρου κατά το άρθρο 287, επιβάλλεται με το σχετικό βούλευμα η προκαταβολή των επιπλέον εξόδων. Αν για οποιονδήποτε λόγο αρθεί ή αντικατασταθεί το μέτρο πριν από τη συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος για το οποίο έχουν προκαταβληθεί τα έξοδα, τότε με τη σχετική απόφαση, διάταξη ή βούλευμα διατάσσεται η απόδοση της διαφοράς σε εκείνον που τα προκατέβαλε. Αν ο κατηγορούμενος αθωωθεί, καταδικασθεί ή παύσει η εναντίον του ποινική δίωξη, εφαρμόζεται ως προς τη διαφορά αντίστοιχα το άρθρο 303.

4. Σε περίπτωση μη προκαταβολής των εξόδων εντός της χορηγηθείσας από τον ανακριτή προθεσμίας, ο τελευταίος, μετά από πρόταση του εισαγγελέα, επιβάλλει προσωρινή κράτηση, εκτός εάν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος στερείται την οικονομική δυνατότητα να τα καταβάλει, οπότε τα έξοδα επιβάλλονται στο Δημόσιο.

5. Εκείνος σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε το μέτρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση κρατείται μέχρι να προκαταβληθούν τα σχετικά έξοδα που του επιβλήθηκαν. Αφού καταβληθούν αυτά, οδηγείται στο αρμόδιο όργανο για την προσαρμογή του τεχνικού μέσου επιτήρησης, μαζί με τη σχετική διάταξη του ανακριτή. Εάν στη δικαστική περιφέρεια, στην οποία επιβλήθηκε το μέτρο, δεν είναι αυτό δυνατόν, ο κατηγορούμενος οδηγείται χωρίς αναβολή στην πλησιέστερη δικαστική περιφέρεια, στην οποία λειτουργεί αρμόδιο όργανο. Αφού προσαρμοσθεί και ενεργοποιηθεί ο τεχνικός εξοπλισμός για την ηλεκτρονική επιτήρηση, οδηγείται στο προκαθορισμένο κτίριο ή σύμπλεγμα κτιρίων και συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο της οποίας εντάσσεται στη δικογραφία. Η διάρκεια του κατ’ οίκον περιορισμού αρχίζει από την ημέρα έκδοσης της διάταξης επιβολής του.».

1.8.9. Στάση κρατουμένων(Άρθρο 174)

«1. Φυλακισμένοι ή άλλοι κρατούμενοι με διαταγή της αρχής που με ενωμένες δυνάμεις: α) επιχειρούν βίαια ν’ αποδράσουν, β) επιτίθενται με έργα κατά των υπαλλήλων της φυλακής ή του κρατητηρίου ή κατά εκείνων στους οποίους έχει ανατεθεί η φύλαξη ή η επίβλεψη, γ) επιχειρούν με τη βία ή με απειλή να εξαναγκάσουν κάποιον απ’ αυτούς σε πράξη ή παράλειψη τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα χρόνια.

2. Όποιος απ’ αυτούς βιαιοπραγήσει κατά κάποιου από τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα χρόνια».

3. Οι παραπάνω ποινές εκτίονται ολόκληρες μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή που θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία ήταν κρατούμενος ο υπαίτιος».

Σχόλια. Η επιθυμία της ελευθερίας εξηγεί βεβαίως κάθε ενέργεια κρατούμενου που τείνει στην ανάκτηση της ελευθερίας του απολεσθέντος αγαθού, δεν αναιρεί όμως τον χαρακτήρα της πράξης, η οποία προδήλως αποτελεί προσβολή κατά της πολιτειακής εξουσίας και μάλιστα υπό την πιο επικίνδυνη μορφή της.

Υποκείμενατου εγκλήματος είναι οι φυλακισμένοι και γενικά οι κρατούμενοι με άδεια της Αρχής. Οι μη φυλακισμένοι και οι μη κρατούμενοι μπορούν να είναι μόνο ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί.

Οι φυλακισμένοι ή οι κρατούμενοι με διαταγή της αρχής τιμωρούνται εφόσον με ενωμένες δυνάμεις επιχειρούν να αποδράσουν είτε επιτίθενται με έργα κατά των υπαλλήλων της φυλακής ή του κρατητηρίου, όπως π.χ. όταν οι κρατούμενοι προσπαθούν να διαρρήξουν το κρατητήριο ή επιτίθενται σ’ εκείνους που τους έχει ανατεθεί η φύλαξη ή η επίβλεψη, είτε με βία είτε με απειλή επιχειρούν να εξαναγκάσουν τους υπόχρεους σε φύλαξη να προβούν σε πράξη ή παράλειψη, όπως π.χ. όταν με βία η οποιαδήποτε απειλή, έστω και μη σωματική, προσπαθούν να εξαναγκάσουν το δεσμοφύλακα να αφήσει ανοιχτή τη θύρα της φυλακής.

«Με ενωμένες δυνάμεις» σημαίνει ότι πρέπει περισσότεροι του ενός κρατούμενοι να εκτελέσουν κάποια από τις πράξεις του παραπάνω άρθρου, όπως βίαιη απόδραση, επίθεση με έργα κλπ. (ΑΠ655/83). Επομένως, ένας μόνος φυλακισμένος δεν μπορεί να πραγματώσει το αδίκημα της στάσης κρατουμένων, τυχόν δε βία αυτού κατά του υπόχρεου προς φύλαξη κλπ. θα χαρακτηριστεί ως αντίσταση.

Με τους όρους «επιχειρούν να αποδράσουν» και «επιχειρούν να εξαναγκάσουν», ο νόμος εννοεί πράξεις απόπειρας και όχι προπαρασκευαστικές πράξεις αλλά τιμωρεί τους δράστες με την ποινή του τετελεσμένου αδικήματος καίτοι η πράξη τους βρίσκεται στο στάδιο της απόπειρας.

Με τον όρο «επίθεση με έργα» εννοείται κάθε αδικοπραξία και γενικότερα κάθε υλική ενέργεια προς εξουδετέρωση των εμποδίων της κράτησης χωρίς να απαιτείται και πρόκληση σωματικής βλάβης του φύλακα. Μόνες οι ύβρεις ή οι φωνασκίες δεν αρκούν.

Αντικείμενοτου εγκλήματος είναι η προσβολή κατά της πολιτειακής εξουσίας.

Αν κάποιος από τους φυλακισμένους ή κρατούμενους βιαιοπραγήσει κατά των υπαλλήλων της φυλακής ή των υπόχρεων προς φύλαξη ή επίβλεψη αυτών, τιμωρείται αυστηρότερα. Με τον όρο «βιαιοπραγία» εννοείται κάθε κακοποίηση του σώματος των υπαλλήλων ή των υπόχρεων προς φύλαξη ή και οποιαδήποτε επενέργεια κατά της ελευθερίας τους (π.χ. η δέσμευση).

Σκοπός της βίας ή απειλής δεν απαιτείται να είναι πάντοτε η απόδραση (π.χ. άνοιγμα της έξω θύρας της φυλακής ή μη φυγή του φύλακα από τη θύρα αυτή) αλλά αρκεί και π.χ. αλλαγή των όρων διαβίωσης των κρατουμένων.

Απαιτείται και δόλος, ο οποίος συνίσταται στη βούληση και αποδοχή ώστε από κοινού με τους άλλους κρατούμενους ο δράστης, αντίστοιχα:

– είτε να επιχειρήσει να αποδράσει,

– είτε να επιτεθεί με έργα εναντίον προσώπων ή πραγμάτων,

– είτε να επιχειρήσει με τη βία ή με απειλή να εξαναγκάσει τους φύλακες να προβούν σε πράξη ή παράλειψη.

Και στο αδίκημα αυτό (όπως και στην απόδραση, βλ. παραπάνω 1.8.7. άρθρο 173 ΠΚ) η ποινή που επιβάλλεται εξαιτίας της στάσης δεν συγχωνεύεται σύμφωνα με τις αρχές περί συρροής των ποινών αλλά εκτίεται ολόκληρη σύμφωνα με την αρχή της αριθμητικής σώρευσης των ποινών, μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία κρατείτο ο δραπέτης.

1.8.10. Αντιποίηση(Άρθρο 175)

«1. Όποιος με πρόθεση αντιποιείται την άσκηση κάποιας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.

2. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για την αντιποίηση της άσκησης δικηγορίας, καθώς επίσης και για την αντιποίηση άσκησης υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού ή άλλης θρησκείας γνωστής στην Ελλάδα.

1.8.11.ΑΝΤΙΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΗΣ, ΧΡΗΣΗ ΣΤΟΛΗΣ Ή ΣΗΜΕΙΟΥ Ή ΠΑΡΑΣΗΜΟΥ Ή ΤΙΤΛΟΥ(Άρθρο 176)

«Όποιος δημόσια και χωρίς δικαίωμα φορεί στολή ή άλλο διακριτικό σημείο δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή θρησκευτικού λειτουργού από εκείνους που αναφέρει η παρ. 2 του άρθρου 175 ή παράσημο ή τίτλο που δεν δικαιούται να φέρει νόμιμα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή με χρηματική ποινή».

1.8.12. Παραβίαση κατάσχεσης(Άρθρο 177)

Όποιος με πρόθεση καταστρέφει, βλάπτει ή υφαιρεί κατασχεμένο πράγμα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

1.8.13.Παραβίαση σφραγίδων που έθεσε η αρχή(Άρθρο 178)

«Όποιος με πρόθεση και αυθαίρετα θραύει ή βλάπτει σφραγίδα που έθεσε η αρχή για την κατάσχεση ή για τη φύλαξη κλεισμένων πραγμάτων ή εγγράφων ή για τη βεβαίωση της ταυτότητάς τους ή ματαιώνει με οποιονδήποτε τρόπο μια τέτοια σφράγιση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών».

1.8.14.Παραβίαση φύλαξης της αρχής(Άρθρο 179)

Όποιος με πρόθεση καταστρέφει, βλάπτει ή με οποιονδήποτε τρόπο αφαιρεί από την εξουσία της αρχής έγγραφα ή άλλα πράγματα που βρίσκονται στη φύλαξή της ή που αυτή τα παρέδωσε στη φύλαξη άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών.

1.8.15.Βλάβη επίσημων κοινοποιήσεων(Άρθρο 180)

Με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος με πρόθεση και αυθαίρετα αφαιρεί, βλάπτει ή παραμορφώνει τις επίσημες κοινοποιήσεις που η αρχή έχει δημόσια τοιχοκολλήσει ή εκθέσει

1.8.16Προσβολή συμβόλων του ελληνικού Κράτους(Άρθρο 181)

Όποιος, για να εκδηλώσει μίσος ή περιφρόνηση, αφαιρεί, καταστρέφει, παραμορφώνει ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία του Κράτους ή έμβλημα της κυριαρχίας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.

1.8.17.Παραβίαση περιορισμών διαμονής(Άρθρο 182)

(Η αρίθμηση του πρώην κειμένου του παρόντος σε παρ. 1 έγινε και η παρ. 2 προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51/12.3.2012) και σύμφωνα με το άρθρο 113 του ιδίου νόμου ισχύουν από 2.4.2012. – Η παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. Δ του άρθρου 1 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242/6.11.2013).

«1». Με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών τιμωρείται όποιος παραβιάζει τους περιορισμούς που του έχουν επιβληθεί νόμιμα στην ελευθερία της διαμονής και τις σχετικές υποχρεώσεις του.

«2. Αλλοδαπός ο οποίος απελάθηκε σε εκτέλεση απόφασης δικαστηρίου, αν παραβιάσει την απαγόρευση επιστροφής του στη χώρα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών, η οποία δεν μετατρέπεται σε χρηματική ποινή σε καμία περίπτωση και για οποιονδήποτε λόγο, ούτε αναστέλλεται με οποιονδήποτε τρόπο σύμφωνα με τα άρθρα 99 έως 104. Η άσκηση ενδίκων μέσων δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.»

«3. Με την ποινή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τιμωρείται όποιος, κατόπιν υποβολής του σε κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, παραβιάζει περιορισμούς που του έχουν επιβληθεί νόμιμα στην ελευθερία της διαμονής του και τις σχετικές υποχρεώσεις του.»

1.8.18. Παραβίαση περιορισμών διαμονής σε ειδικότερα εγκλήματα(Άρθρο 182Α)

(Το παρόν άρθρο προστέθηκε με την παρ. 1 άρθρου 102 Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20.03.2013).

«Με φυλάκιση από ένα έως τρία έτη τιμωρείται ο κατηγορούμενος, ο οποίος παραβιάζει τους περιοριστικούς όρους που του έχουν επιβληθεί με δικαστική απόφαση ή με βούλευμα, ως προς την ελευθερία διαμονής και άλλες υποχρεώσεις του, σε υποθέσεις για τις κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινες πράξεις της εγκληματικής οργάνωσης, τρομοκρατικών πράξεων, πορνογραφίας ανηλίκων, νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, εφόσον έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο και δεν έχει αυτή περατωθεί. Η ποινή που επιβάλλεται στον παραβιάσαντα τους όρους φυγόδικο κατηγορούμενο, δεν μετατρέπεται, ούτε αναστέλλεται και η τυχόν ασκηθείσα έφεση, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.»

1.9. ΠΡΟΣΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ

ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ

Άρθρα 134 έως 137 Εκτός ύλης

Άρθρο 134Εσχάτη προδοσία

Άρθρο 134ΑΘεμελιώδεις αρχές και θεσμοί του Πολιτεύματος

Άρθρο 134 Β Εσχάτη προδοσία, ατιμωρησία συμμετασχόντων

Άρθρο 135 Προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας

Άρθρο 135Α Προσβολές κατά της ζωής φορέων πολιτειακών λειτουργημάτων

Άρθρο 136 Προσβολές κατά της ζωής του πρωθυπουργού, πρόεδρου βουλής ή αναπληρωτών τους ή αρχηγού κόμματος ,στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων

΄Αρθρο 137 εσχάτη προδοσία, προσβολές κατά της ζωής του πρωθυπουργού, προέδρου βουλής ή αναπληρωτών τους ή αρχηγού κόμματος ,ατιμωρησία λόγω παρεμπόδισης, μείωση ή ατιμωρησία ποινής λόγω συμβολής στην αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος

1.9.1. Βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας(Άρθρο 137 Α)

(Το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 ν. 1500/1984)

«1. Υπάλληλος ή στρατιωτικός, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιμέλεια κρατουμένων, τιμωρείται με κάθειρξη, εάν υποβάλλει σε βασανιστήρια κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του με σκοπό: α) να αποσπάσει από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο ομολογία, κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας β) να το τιμωρήσει, γ) να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται υπάλληλος ή στρατιωτικός, που με εντολή των προϊσταμένων του ή αυτοβούλως σφετερίζεται τέτοια καθήκοντα και τελεί τις πράξεις του προηγούμενου εδαφίου.

2. Βασανιστήρια συνιστούν, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κάθε μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, καθώς και κάθε παράνομη χρησιμοποίηση χημικών, ναρκωτικών ή άλλων φυσικών ή τεχνικών μέσων με σκοπό να κάμψουν τη βούληση του θύματος.

3. Σωματική κάκωση, βλάβη της υγείας, άσκηση παράνομης σωματικής ή ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που τελείται από τα πρόσωπα, υπό τις περιστάσεις και για τους σκοπούς που προβλέπει η παρ.1, εφόσον δεν υπάγεται στην έννοια της παρ. 2, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Ως προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θεωρούνται ιδίως: α) η χρησιμοποίηση ανιχνευτή αλήθειας, β) η παρατεταμένη απομόνωση, γ) η σοβαρή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας.

4. Δεν υπάγονται στην έννοια του άρθρου αυτού πράξεις ή συνέπειες συμφυείς προς τη νόμιμη εκτέλεση ποινής ή άλλου νόμιμου περιορισμού της ελευθερίας ή προς άλλο νόμιμο μέτρο δικονομικού καταναγκασμού.

Σχόλια(απόσπασμα από τη Εισηγητική έκθεση του ν.1500/1984)

Η πρόβλεψη του ποινικού κολασμού των βασανιστηρίων επιβάλλεται ως αξιοποίηση των λαϊκών βιωμάτων από την εποχή της δραματικής επταετίας. Η αξιοποίηση αυτή τονίζει και ενισχύει τον βαθύτατα δημοκρατικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η κρατική εξουσία και προσδίδει έτσι στη σχετική ποινική διάταξη σοβαρό παιδαγωγικό χαρακτήρα τόσο για την τωρινή όσο και για τις ερχόμενες γενιές.

Με την αναγωγή των βασανιστηρίων σε αυτοτελές έγκλημα αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε κάθε κρατική εξουσία να μεταβάλλεται η βία σε μέσο άσκησης της κρατικής εξουσίας, φαινόμενο που στη σύγχρονη εποχή, όπως διδάσκει η σχετική εμπειρία, βρίσκεται σε έξαρση. Ειδικά μάλιστα όταν η μέθοδος αυτή προσλαμβάνει την απαίσια μορφή βασανιστηρίων, τότε συνιστά αληθινή διαστροφή του κρατικού μηχανισμού που όχι μόνο θίγει με τρόπο πολύ οδυνηρό τα αγαθά του βασανιζόμενου και προπαντός τη συνταγματικά προστατευόμενη ανθρώπινη αξία του αλλά που προσβάλλει και τον ουσιαστικό πυρήνα του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος που συνίσταται ακριβώς, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, «στο σεβασμό και στην προστασία της αξίας του ανθρώπου». Γι’ αυτό το λόγο, άλλωστε, δεν είναι καθόλου ικανοποιητική η λύση, ότι περιπτώσεις βασανισμών είναι δυνατόν να τιμωρηθούν με βάση άλλες διατάξεις το ΠΚ που όμως προστατεύουν τα αγαθά του ατόμου.

1.9.2. Διακεκριμένες περιπτώσεις(Άρθρο 137Β)

(Το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 ν. 1500/1984)

1. Οι πράξεις της πρώτης παραγράφου του προηγούμενου άρθρου τιμωρούνται με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών:

α) αν χρησιμοποιούνται μέσα ή τρόποι συστηματικού βασανισμού, ιδίως κτυπήματα στα πέλματα του θύματος (φάλαγγα) ή ηλεκτροσόκ ή εικονική εκτέλεση ή παραισθησιογόνες ουσίες,

β) αν έχουν ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη του θύματος,

γ) αν ο δράστης τελεί τις πράξεις κατά συνήθεια ή κρίνεται από τις περιστάσεις τέλεσης ως ιδιαιτέρως επικίνδυνος,

δ) αν ο υπαίτιος ως προϊστάμενος έδωσε την εντολή τέλεσης της πράξης.

2. Τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι 10 έτη οι πράξεις της παρ. 3 του προηγούμενου άρθρου, όταν συντρέχουν οι περιπτώσεις β, γ και δ της προηγούμενης παραγράφου.

3. Αν οι πράξεις του προηγούμενου άρθρου επέφεραν το θάνατο του θύματος επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη.

1.9.3. Παρεπόμενες ποινές(Άρθρο 137Γ)

(Το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 3 ν. 1500/1984)

Καταδίκη για πράξεις των άρθρων 137Α και 137Β συνεπάγεται αυτοδίκαιη αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, διαρκή σε περίπτωση καταδίκης σε ισόβια κάθειρξη, δεκαετή τουλάχιστον σε περίπτωση κάθειρξης και πενταετή τουλάχιστον σε περίπτωση φυλάκισης, εφόσον άλλη διάταξη δεν προβλέπει βαρύτερη αποστέρηση. Επίσης συνεπάγεται ανικανότητα απόκτησης των ιδιοτήτων που προβλέπονται στην περίπτωση 1 του άρθρου 63, διαρκή σε περίπτωση καταδίκης σε κάθειρξη και δεκαετή σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση.

1.9.4. Γενικές διατάξεις(Άρθρο 137Δ)

(Το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 ν. 1500/1984)

1. Κατάσταση ανάγκης ουδέποτε αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα των πράξεων των άρθρων 137Α και 137Β.

2. Προσταγή προϊσταμένου, που αφορά τις πράξεις των άρθρων 137Α και 137Β ουδέποτε αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα τους.

3. Σε περίπτωση που οι πράξεις των άρθρων 137Α και 137Β, τελούνται υπό καθεστώς σφετερισμού της λαϊκής κυριαρχίας, η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία.

4. Ο παθών των πράξεων των άρθρων 137Α και 137Β δικαιούται να απαιτήσει από το δράστη και από το δημόσιο, οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον, αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη και χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη.

1.10. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ

1.10.1. Πλαστογραφία (Άρθρο 216)

1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.

2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο.

3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών «εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των «εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000)» (βλ. σχόλια) ΕΥΡΩ. «Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των «τριάντα χιλιάδων (30.000)» (βλ. σχόλια) ΕΥΡΩ».

Σχόλια. Ένοχος πλαστογραφίας είναι εκείνος πουκαταρτίζει πλαστόήνοθεύει γνήσιοέγγραφο, ώστε με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, καθώς καιαυτός που χρησιμοποιεί εν γνώσει του πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο,με σκοπό να παραπλανήσει άλλον περί γεγονότος που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ηχρήσητου εγγράφου από αυτόν που κατάρτισε το πλαστό θεωρείταιεπιβαρυντική περίπτωση(216 παρ. 2 ΠΚ).Περαιτέρω επιβαρυντική περίπτωσηυπάρχει, όταν οποιοσδήποτε από τους παραπάνω σκόπευε παράνομο περιουσιακό όφελος ή βλάβη κλπ. (216 παρ. 3 ΠΚ). (Βλ. αναλυτική περιπτωσιολογία παρακάτω)

Με το αδίκημα της πλαστογραφίας προστατεύεται η δημόσια πίστη στα υπομνήματα και εξασφαλίζεται η έγγραφη απόδειξη και η ασφάλεια των συναλλαγών.

«Έγγραφο» ως αντικείμενο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η σταθερά ενσαρκωμένη δήλωση σε κάποιο πράγμα (π.χ. χαρτί, ξύλο, λίθο, πλαστικό κλπ.), δηλαδή ανθρώπινη σκέψη που έχει περιεχόμενο που μπορεί να κατανοηθεί και είναι νομικά σημαντικό. Π.χ. βεβαίωση δήμου ή σχολείου κλπ., διαθήκη γραμμένη πάνω σε ξύλο ή φύλλο πλαστικού κλπ. Δεν έχει σημασία αν το έγγραφο που πλαστογραφείται είναι δημόσιο ή ιδιωτικό, ημεδαπό ή αλλοδαπό. Η δήλωση πρέπει να συνδέεται στερεά πάνω σ’ ένα αντικείμενο (π.χ. χαρτί, ξύλο κλπ.) έτσι ώστε να αποκτήσει δυνατότητα διατήρησης για κάποιο χρονικό διάστημα, όχι αιώνια. Έτσι π.χ. δεν αποτελούν έγγραφο τα γράμματα πάνω στο χιόνι, στην άμμο κλπ.

Τοέγγραφο,κατά την έννοια του νόμου, πρέπει να έχει πνευματικό περιεχόμενο κι έτσι διακρίνεται από το απλό αντικείμενο αυτοψίας, όπου η απόδειξη πραγματώνεται με την απλή ύπαρξη και όχι με την εκφραζόμενη σκέψη. Έτσι π.χ. οι κηλίδες αίματος, τα ίχνη των ποδιών, τα αποτυπώματα των δαχτύλων κλπ. αποτελούν απλά αντικείμενα αυτοψίας.

Έγγραφο χωρίς υπογραφή δεν είναι έγγραφο κατά την έννοια του νόμου, εκτός αν από το περιεχόμενό του καθίσταται εμφανής ο εκδότης. Η θέση δυσανάγνωστης υπογραφής, εφόσον απ’ αυτή δεν προκύπτει το πρόσωπο του εκδότη, δεν συνιστά κατάρτιση πλαστού εγγράφου.

Σύμφωνα με τη νομολογία: Έγγραφο είναι κάθε μνημείο από ανθρώπινη ενέργεια, που είτε περιέχει γραφή είτε άλλα παραστατικά σημεία σχετικά με γεγονότα που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες (ΑΠ 1062/78 ΠΧρ. ΚΘ΄213, ΑΠ 354/74 ΠΧρ. ΚΔ΄658). Οι Κασέτες είναι ιδιωτικά έγγραφα (ΑΠ 221/86). Έγγραφα είναι και τα υποβαλλόμενα στη Δημόσια Τεχνική Υπηρεσία σχέδια για ανέγερση οικοδομής προς έκδοση σχετικής άδειας. (ΑΠ 476/67 ΠΧρ. ΙΗ΄28).

Οι τιμές επάνω στα εμπορεύματα, το σήμα του καλλιτέχνη σε πίνακα, επιστολές με σύσταση και σφραγίδα, ο αναρτημένος κατάλογος εστιατορίου, τα εισιτήρια συγκοινωνίας είναι έγγραφα

Παράδειγμα.Κατασκευή πλαστής σφραγίδας ενδεικτική προϊόντων τυροκομίας που προέρχονται από Συνεταιρισμό, που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, προκειμένου να εμφανιστεί έτσι σε τυρί κακής ποιότητας, ώστε να εμφανίζεται ότι έχει εχέγγυα καλής ποιότητας (ΑΠ 354/74 ΠΧρ. ΚΔ΄658).

Ο δόλος. Ο σκοπός του δράστη, που χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο, πρέπει να αποβλέπει σε εξαπάτηση άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως π.χ. όταν ο Α πλαστογραφεί πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασής του προκειμένου να καταλάβει δημόσια θέση. Συνεπώς, απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος της πλαστογραφίας είναι ο δόλος του δράστη, που συνίσταται στη βούληση ή αποδοχή του να συνθέσει πλαστό ή να παραμορφώσει γνήσιο έγγραφο με σκοπό ώστε με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Μορφές πλαστογραφίας. Το αδίκημα της «πλαστογραφίας» του άρθρου 216 ΠΚ εμφανίζεται με δύο ειδικότερες μορφές:

– ως «κατάρτιση πλαστού εγγράφου», δηλαδή εγγράφου που δεν υπήρχε πριν αλλά εκδίδεται τώρα από τον πλαστογράφο και

– ως «νόθευση γνήσιου εγγράφου», δηλαδή εγγράφου που ήδη υπάρχει και τώρα μεταβάλλεται το περιεχόμενό του.

Περιπτωσιολογία του άρθρου 216 ΠΚ. Σχηματικά, το άρθρο 216 ΠΚ περιλαμβάνει τα εξής αδικήματα:

α) Την κατάρτιση πλαστού εγγράφου (216 παρ.1),

β) τη νόθευση γνησίου εγγράφου (216 παρ.1),

γ) την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσης του εγγράφου από εκείνον που το πλαστογράφησε ή το νόθευσε (216 παρ.2),

δ) Την απλή χρήση του εγγράφου, που πλαστογράφησε ή νόθευσε κάποιος άλλος, εν γνώσει του χρησιμοποιούντος αυτό (216 παρ.2) και

ε) την επιβαρυντική περίπτωση εκείνου που σκόπευε να περιουσιακό όφελος κλπ (216 παρ.3).

στ) Υπάρχει, όμως, και ο ειδικός ποινικός νόμος που τιμωρεί ειδικά και αυστηρότερα την πλαστογραφία που στρέφεται κατά του Δημοσίου.

Ειδικότερα:

α)Κατάρτιση πλαστού εγγράφου. Αυτή μπορεί να γίνει με δυο τρόπους:

1.Με την έκδοση εγγράφου επ’ ονόματι άλλου σαν να είχε εκδοθεί απ’ αυτόν τον άλλο. Δηλαδή με τη σύνταξη του κειμένου του εγγράφου και της θέσης κάτω απ’ αυτό της υπογραφής του προσώπου, που φέρεται να εκδίδει το έγγραφο. Π.χ. ο μαθητής Α εκδίδει απολυτήριο Λυκείου, κάτω δε απ’ αυτό θέτει την υπογραφή του οικείου γυμνασιάρχη. Εάν το πρόσωπο επ’ ονόματι του οποίου εξεδόθη το έγγραφο έδωσε εντολή για το σκοπό αυτό, δεν υπάρχει πλαστογραφία (όπερ είναι θέμα αποδείξεως).

2.Με την κατάχρηση της αληθινής υπογραφής άλλου που τέθηκε σε λευκό έγγραφο αλλά το περιεχόμενό του τέθηκε εκ των υστέρων. Π.χ. ο Α έχει ένα κομμάτι λευκό χαρτί στο οποίο υπάρχει στο κάτω μέρος μόνο η υπογραφή του Β, χωρίς άλλο περιεχόμενο και ο Α συντάσσει κείμενο της αρεσκείας του πάνω από την υπογραφή του Β χωρίς την εντολή του. Η περίπτωση αυτή αποτελεί κατάρτιση πλαστού εγγράφου διότι προ της συμπληρώσεως του κειμένου η εν λευκώ υπογραφή δεν αποτελούσε έγγραφο.

β)Νόθευση γνησίου εγγράφου. Νόθευση γνησίου εγγράφου υπάρχει όταν ένα γνήσιο έγγραφο μεταβάλλεται από τον δράστη, έτσι ώστε να αποδεικνύει γεγονός το οποίο δεν αποδείκνυε κατά την αρχική του έκδοση. Η μεταβολή μπορεί να γίνει με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, γραμμάτων, αριθμών ή σημείων στίξης, κλπ. Π.χ. ο κομιστής συναλλαγματικής στην οποία αναφέρεται το ποσόν των 1.000 ευρώ προσθέτει στο τέλος ένα μηδέν και γίνεται 10.000 ευρώ. Εάν η αλλοίωση έγινε από τον εκδότη του εγγράφου, δεν υπάρχει πλαστογραφία, εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό την απάτη.

γ) Επιβαρυντική περίπτωση. Η χρήσητου εγγράφου από αυτόν που καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει γνήσιο θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση (216 παρ. 1 ΠΚ).

Αν ο δράστης δεν κατασκεύασε ο ίδιος το πλαστό έγγραφο ούτε το παραμόρφωσε αλλά εν γνώσει του χρησιμοποιεί ένα πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, πραγματώνει και αυτός το αδίκημα της πλαστογραφίας.

δ) Η απλή χρήση πλαστού ως αυτοτελές έγκλημα. Η απλή χρήση του πλαστού εγγράφου αποτελεί αυτοτελές αδίκημα (216 παρ. 2 ΠΚ), όταν ο δράστης απλώς χρησιμοποιεί το πλαστό έγγραφο που κάποιος άλλος έχει καταρτίσει. Είναι έγκλημα τυπικό και σκοπούμενου αποτελέσματος, δηλαδή είναι τετελεσμένο αμέσως μόλις με τη χρήση του πλαστού εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση άλλου, καταστεί το έγγραφο προσιτό σ’ αυτόν, ανεξάρτητα αν ο άλλος υπέστη παραπλάνηση ή όχι. Αρκεί, δηλαδή, ότι δημιουργήθηκε η δυνατότητα να λάβει γνώση του εγγράφου εκείνος του οποίου επιδιώκεται η παραπλάνηση.

δ) Επιβαρυντική περίπτωση εκείνου που σκόπευε να αποκτήσει περιουσιακό όφελος κλπ.Αν ο υπαίτιος όλων των παραπάνω περιπτώσεων (α, β, γ και δ) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με ακόμη αυστηρότερη ποινή (άρθρο 216 παρ.3 ΠΚ).

ε)Πλαστογραφία κατά του Δημοσίου. Αν το αδίκημα της πλαστογραφίας στρέφεται κατά του δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το δε επιτευχθέν ή επιδιωχθέν όφελος του δράστη ή η ζημία που απειλήθηκε για το Δημόσιο κλπ. υπερβαίνει ορισμένο ποσό, επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή. Ειδικότερα:

ΝΟΜΟΣ1608/1950

Εγκλήματα στρεφόμενα κατά του δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, Ζημία του δημοσίου, Επιβαρυντικές περιστάσεις.

Άρθρο 1

(Το μέσα σε » » πρώτο εδ. της παρ. 1 του παρόντος άρθρου τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρ. 36 του Ν. 2172/93. – Ο μέσα σε ( ) αριθμός άρθρου του πρώτου εδ. της παρ. 1 του παρόντος άρθρου καταργήθηκε και το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 24 του Ν. 2298/95 (ΦΕΚ Α’ 62/04.04.1995). Το εντός » » ποσό των 50.000.000 δρχ. της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, τίθεται κατ’ αύξηση από το πρώην ποσό των 5.000.000 δρχ., με την περ. α’ της παρ. 3 του άρθρ. 4 του Ν. 2408/96 (Α’ 104), ισχύει δε από 4.6.1996. Η εντός » » παρ. 3 του παρόντος άρθρου τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρ. 4 του Ν. 2408/96 (Α’ 104), ισχύει δε από 4.6.1996).

**/**

«1. Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρ. 216, 218, 235, 236, 237, 242, (256), 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρ. 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των «50.000.000» δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως ιδιάζοντος επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης». «Στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται ειδικώς από το άρθρ. 256 του Ποινικού Κώδικα, τα παραπάνω εφαρμόζονται μόνο όταν το αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου».

2. Με τας εν τη προηγουμένη παραγράφω ποινάς, ηλαττωμένας κατά το εν άρθρ. 83 του Κώδικος μέτρον, τιμωρούνται και οι ένοχοι των εν άρθρ. 231, 232 και 394 πράξεων, εφ’ όσον αύτοι διαπράττονται εν σχέσει προς αδικήματα περί ων η προηγουμένη παράγραφος.

«3. Τα αδικήματα που προβλέπονται από το παρόν άρθρο εκδικάζονται από το κατά το άρθρ. 111 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας οριζόμενα Δικαστήρια Εφετών».

4. Αι διατάξεις των άρθρ. 105 και 106 του Κώδικος Ποιν. Δικονομίας εφαρμόζονται και επί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου.-

Ερώτηση Πιστοποίησης Β22: Να αναφέρετε δύο (2) είδη πλαστογραφίας.

Απάντηση:Το αδίκημα της «πλαστογραφίας» του άρθρου 216 ΠΚ εμφανίζεται με δύο ειδικότερεςμορφές:

– ως «κατάρτιση πλαστού εγγράφου», δηλαδή εγγράφου που δεν υπήρχε πριν αλλά εκδίδεται τώρα από τον πλαστογράφο και

– ως «νόθευση γνήσιου εγγράφου», δηλαδή εγγράφου που ήδη υπάρχει και τώρα μεταβάλλεται το περιεχόμενό του.

Περαιτέρω, εκτός από τηναπλή πλαστογραφίατου άρθρου 216, ο ΠΚ προβλέπει και δύο ακόμη αδικήματα πλαστογραφίας: τηνπλαστογραφία πιστοποιητικών(217 ΠΚ) και τηνπλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων(218 ΠΚ).

1.10.2. Πλαστογραφία πιστοποιητικών(Άρθρο 217)

«1. Όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.

2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό τέτοιο έγγραφο, που είναι γνήσιο, είχε εκδοθεί όμως για άλλον.»

Σχόλιο. Στη διάταξη του άρθρου αυτού υπάρχουν δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελείς αξιόποινες πράξεις, δηλαδή, αφενός ηκατάρτισηκαι, αφετέρου,η χρήσηπλαστογραφημένων πιστοποιητικών, η οποία εδώ δεν είναι επιβαρυντική περίπτωση της κατάρτισης ή νόθευσης, όπως στο άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 153/81 ΠΧρ. ΛΑ΄547).

Υποκείμενο της πλαστογραφίας πιστοποιητικών είναι:

α) Όποιοςκαταρτίζει πλαστό ή νοθεύειπιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο που μπορεί να χρησιμεύσει ως πιστοποιητικό και

β) Όποιοςεν γνώσει του κάνει χρήσητέτοιου πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου.

Τέτοια έγγραφα είναι τα διαβατήρια, οι άδειες κυκλοφορίας, τα πιστοποιητικά γεννήσεως, εγγυτέρων συγγενών κλπ.

Στην πλαστογραφία πιστοποιητικών, ο σκοπός του δράστη περιορίζεται στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης, της κίνησης ή της κοινωνικής προόδου του ίδιου ή άλλου. Επομένως η διάταξη αυτή είναι εξαιρετική και αν η πλαστογράφηση τελείται για κάποιο άλλο σκοπό, έχει εφαρμογή η γενική διάταξη περί πλαστογραφίας ( βλ. 1.10.1. άρθρο 216) και όχι η παρούσα.

1.10.3. Πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων(Άρθρο 218)

«1. Όποιος: α) καταρτίζει πλαστά ή νοθεύει επίσημα ένσημα δηλωτικά αξίας, ιδίως ταχυδρομικά ή χαρτόσημα ή άλλα φορόσημα, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει σαν γνήσια, β) εν γνώσει τα χρησιμοποιεί σαν γνήσια, γ) τα προμηθεύεται γι’ αυτόν το σκοπό ή τα προσφέρει στην αγορά ή τα εισάγει σε κυκλοφορία τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

2. Όποιος εν γνώσει ξαναχρησιμοποιεί επίσημα ένσημα δηλωτικά αξίας, που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί ή τα αποκτά με σκοπό να τα ξαναχρησιμοποιήσει προσφέροντάς τα στην αγορά ή εισάγοντάς τα σε κυκλοφορία τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή.

3. Όποιος με σκοπό να εκτελέσει κάποια από τις παραπάνω πράξεις κατασκευάζει, προμηθεύεται ή παραδίδει σε άλλον μέσα, σκεύη ή εργαλεία χρήσιμα για το σκοπό αυτόν τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

4. Το δικαστήριο διατάσσει τη δήμευση των πλαστών ενσήμων, εκείνων που έχουν ξαναχρησιμοποιηθεί και εκείνων που προορίζονται να ξαναχρησιμοποιηθούν. Μπορεί επίσης να διατάξει τη δήμευση των σκευών και εργαλείων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και όταν δεν διώκεται ή δεν καταδικάζεται ορισμένο πρόσωπο».

Σχόλια. Με τη διάταξη αυτή προστατεύεται η ασφάλεια των συναλλαγών και ο δικαιούχος του ενσήμου (π.χ. το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. όπως το ΙΚΑ κλπ). Πρόκειται για ειδική διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί αυτοτελώς κάθε πράξη που προσβάλλει το αποδεικτικό μέσο καταβολής ορισμένου χρηματικού ποσού, που ονομάζεται «ένσημο».

Με τον όρο «ένσημο» εννοείται το αντικείμενο που δηλώνει ότι καταβλήθηκε ορισμένο χρηματικό ποσό, όπως π.χ. το τελωνειακό ένσημο, τα διάφορα είδη των ταχυδρομικών ενσήμων, όπως τα γραμματόσημα, τα δικαστικά ένσημα, τα μεγαρόσημα, αστυνομόσημα, ιατρόσημα, αγγελιόσημα κλπ.

1.10.4. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ, ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΠΟΙΝΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ(Άρθρο 219)

«Η διάταξη του άρθρου 212 εφαρμόζεται ανάλογα και στις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 218 παρ.3».

1.10.5.Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης(Άρθρο 220)

«1. Όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία.

2. Αν όμως υπάρχουν οι όροι του άρθρου 216 παρ.3, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών».

1.10.6. Ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις(Άρθρο 221)

«1. Γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή σε μια ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν έννομα και ουσιώδη συμφέροντα άλλου προσώπου τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. Αν οι ψευδείς αυτές πιστοποιήσεις προορίζονται για δικαστική χρήση, αυτοί που τις εκδίδουν τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή, με στέρηση των αξιωμάτων και θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 63 αριθμ. 1, ως και με απαγόρευση ασκήσεως του επαγγέλματός τους για χρονικό διάστημα από ένα μήνα μέχρι έξι μήνες.

2. Με φυλάκιση μέχρι ενός έτους τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή πιστοποίηση για να εξαπατήσει δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή ασφαλιστική επιχείρηση. Αν έγινε δικαστική χρήση της ανωτέρω ψευδούς πιστοποίησης, ο διάδικος που έκαμε τη χρήση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών».

Σχόλια. Με τη διάταξη αυτή προστατεύεται η αλήθεια του περιεχομένου ορισμένων εγγράφων, διότι το έγγραφο είναι γνήσιο αλλά το περιεχόμενό του ψευδές. Πρόκειται όμως γιαιδιωτικό έγγραφο, όχι δημόσιο, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 220 και 242 ΠΚ (βλ. αντίστοιχα, 1.10.5. άρθρο 220 ΠΚ υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και 1.4.10 άρθρο 242 ΠΚ ψευδής βεβαίωση, νόθευση κλπ.).

1.10.7. Υπεξαγωγή εγγράφων(Άρθρο 222)

«Όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών».

1.10.8. Μετακίνηση οροσήμων(Άρθρο 223)

«1. Όποιος, με σκοπό να βλάψει άλλον, αφαιρεί, καθιστά αγνώριστα, μετατοπίζει ή ψευδώς τοποθετεί ορόσημα ή άλλα σημάδια που χρησιμεύουν για τον καθορισμό ορίων ή του ύψους και της διαίρεσης των υδάτων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

2. Αν η πράξη έγινε χωρίς αυτόν τον σκοπό, με πρόθεση όμως, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι τριών μηνών ή χρηματική ποινή».

**//**


0 σχόλια

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: